Tuesday, May 12, 2020

Jack McDevitt, Φίλοι σε Υψηλές Θέσεις

 



[Τίτλος πρωτοτύπου: Jack McDevitt, “Friends in High Places”, στο Michael Bishop (εκδ.), A Cross of CenturiesTwenty-five Imaginative Tales About the Christ, 2007]

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης (Translation: Stavros Girgenis) 

Στο βάθος, προς το κέντρο της πόλης, μπορούσε να δει τους πυρσούς. Ο όχλος συγκεντρωνόταν. Το βραδάκι ήταν δροσερό, αλλά ο ίδιος ήταν μούσκεμα από την εφίδρωση. Ένιωσε μια παρουσία στα δέντρα. Ένα γεράκι, ίσως.

Θα μπορούσε ακόμη να ξεφύγει με ασφάλεια. Να φύγει τώρα και όλα θα ήταν εντάξει. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον ακολουθήσουν. Έπειτα όμως τι; Μετά από όλα αυτά, αν έφευγε, τι θα του απέμενε; 

Έπεσε στα γόνατά του. Βοήθησέ με!

Τα κλαδιά κινούνταν απαλά στον άνεμο. Η πανσέληνος αιωρούνταν στον βραδινό ουρανό.

Σε παρακαλώ!

Οι μακρινές φωνές γίνονταν δυνατότερες.

Αν υπήρχε ένας τρόπος να το κάνει διαφορετικά...

Ο κήπος έδινε την αίσθηση του φράγματος, ενός φρουρίου. Έμοιαζε λες και δε θα τον έβρισκαν, αν μπορούσε να μείνει εκεί, να παραμείνει όπου βρισκόταν. Μόνο έξω, κατά μήκος του δρόμου, βρισκόταν ο κίνδυνος.

Ο Πέτρος είχε υποσχεθεί να παραμείνει στο πλάι του. «Όσο έχω πνοή στο σώμα μου». Ο Πέτρος είχε καλή πρόθεση και πίστευε αυτά που έλεγε. Αλλά όταν τα χρήματα θα βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι, το θάρρος του θα τον πρόδιδε. Στο τέλος θα έφευγε τρέχοντας μαζί με τους άλλους και θα ζούσε την υπόλοιπη ζωή του μ’ αυτή την ανάμνηση.

Δεν μπορούμε να βρούμε έναν άλλο τρόπο να το κάνουμε αυτό;

Ένα σύννεφο άρχισε να περνά από το πρόσωπο του φεγγαριού. Και οι πυρσοί ήταν σε κίνηση.

Στέλνεις λάθος μήνυμα, ξέρεις. Θα ’ναι μια δύσκολη προσπάθεια, να πείσεις τους ανθρώπους πως τους αγαπάς, όταν αφήνεις να μου συμβεί αυτό.

Κατά έναν περίεργο τρόπο, ένιωθε λύπη για τα άτομα στον όχλο. Για μερικούς από αυτούς. Αντιστέκονταν μονάχα στην αλλαγή. Προσπαθούσαν να αγκιστρωθούν στο παρελθόν. Κάποιοι θα κουβαλούσαν για πάντα οδυνηρές αναμνήσεις από αυτό το βράδυ.

Γιατί; Γιατί πρέπει να το κάνουμε με αυτόν τον τρόπο; Δημιουργούμε μια πίστη της οποίας το κυρίαρχο σύμβολο θα είναι όργανο βασανισμού. Θα το φορούν γύρω από τους λαιμούς, θα το βάζουν στην κορυφή των ναών τους. Είναι πραγματικά αυτό που θέλουμε;

Κάπου, στον νυχτερινό άνεμο, άκουσε το γέλιο ενός παιδιού. Και ένα σκυλί. Έλπιζε ότι δεν θα είναι παρόντα παιδιά κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. Αλλά ήξερε ότι θα ήταν. Μερικοί από αυτούς τους βάρβαρους θα έφερναν τα παιδιά τους για να παρακολουθήσουν. Ήταν μια άγρια γη.

Είσαι καν εκεί; Γιατί δε μιλάς; Πες κάτι. Διαβεβαίωσέ με, τουλάχιστον, ότι δεν είναι όλα μια ψευδαίσθηση. Πες μου ότι αυτή η νύχτα έχει σημασία.

Κάτι κινήθηκε στους θάμνους στα αριστερά του.

Σκέφτηκε τη Μαρία. Την είχε αφήσει στο πάνω δωμάτιο, όπου είχαν φάει όλοι μαζί, παλεύοντας να συγκρατήσει τα δάκρυα, ζητώντας να έρθει μαζί του. Και είχε έρθει, ακολουθώντας από πίσω τον Πέτρο και τους άλλους, παραμένοντας αθέατη, σαν να πίστευε ότι δεν θα το καταλάβαινε.

Έτρεμε στη γνώση ότι εκείνη θα ήταν εκεί όλη αυτή τη νύχτα.

Η κυρίαρχη μνήμη τους για μένα θα είναι πάνω στον σταυρό. Σίγουρα αυτή δεν είναι η εικόνα που θα ήθελες να αντιπροσωπεύει την ανησυχία Σου γι’ αυτούς. Για εμάς. Γιατί όχι κάτι λιγότερο μακάβριο; Ένα αστέρι, ίσως; Όπως εκείνο πριν από τριάντα χρόνια; Τότε ενεργήσαμε σωστά. Αυτός ήταν ο κατάλληλος τρόπος να το κάνουμε. Ή, αν αυτό φαίνεται κάπως υπερβολικό, ένας παπύρινος κύλινδρος θα ήταν καλός.

Ο άνεμος έσβησε και τα δέντρα έμειναν ακίνητα.

Ποιο είναι το νόημα της ύπαρξής σου, αν σε γνωρίζουμε μόνο από την απουσία σου;

Άκουσε φωνές κοντά. Του Πέτρου. Και της Μαρίας.

Για μια στιγμή το φεγγάρι τρεμόπαιξε. Το κοίταξε για δεύτερη φορά και όλα ήταν όπως και πριν. Το απέδωσε στην υγρασία στα μάτια του. Λίγες στιγμές αργότερα ο Πέτρος ήταν στο πλευρό του.

«Είναι εδώ», είπε.

***

Δεν υπήρχε περίπτωση να του διαφύγει αυτό το γεγονός. Μερικοί ήταν μεθυσμένοι. Άλλοι ήταν απλά φωνακλάδες. Είχαν σκοντάψει σ’ ένα εμπόδιο ακριβώς έξω από τον κήπο, στον δρόμο. Περπάτησε μπροστά από τον Πέτρο και τη Μαρία, απέκρουσε τις διαμαρτυρίες τους και βγήκε σε κοινή θέα. Ακούστηκαν κραυγές: «'Εδώ είναι!». Και γέλιο.

Υπήρχαν περίπου εξήντα άνθρωποι, σχεδόν όλοι άνδρες. Κάποιοι κουβαλούσαν ρόπαλα και ξίφη. Ένας μικρός στρατός φρουρών τούς συνόδευσε, και αρκετοί ιερείς, με επικεφαλής τον Σιλουανό. Είδε τον Ιούδα να στέκεται νευρικά στη μια πλευρά. Ένας ακόμη που θα στοιχειωνόταν για πάντα από τα γεγονότα αυτής της νύχτας.

Συνέβαινε κάτι περίεργο με τους φρουρούς. Χρειάστηκε λίγο χρόνο για να καταλάβει τι ήταν: ο οπλισμός τους είχε αλλάξει. Ήταν πιο λαμπερός. Ένα τελείως διαφορετικό στυλ από αυτό που είχε δει εκείνο το πρωί. Ακόμη και τα κράνη είχαν ένα ανοίκειο σχέδιο. Όχι πως οτιδήποτε από όλα αυτά είχε κάποια σημασία.

 Ο Σαούλ στεκόταν πίσω μαζί με τους ιερείς και τους υπηρέτες τους. Οι σπουδαίες μέρες του βρίσκονταν ακόμη στο μέλλον, αλλά ετούτη τη στιγμή ήταν με το μέρος των αγρίων.

 Ο όχλος ηρέμησε, ησύχασε κάτω από το βλέμμα του. «Γεια σας»,  είπε. «Γιατί έρχεστε στον λόφο των Κέδρων; Ποιον γυρεύετε;»

 Ο Σιλουανός ήταν ψηλός, ταλαιπωρημένος και ένιωθε άβολα. Δεν του άρεσαν οι έκνομες σκηνές. Δεν του άρεσε η βία. Θα προτιμούσε να είναι στο δωμάτιό του διαβάζοντας τις Γραφές. Το πρόσωπό του είχε τις γραμμές ενός ανθρώπου που δε γνώριζε τι σήμαινε να είναι κανείς ευτυχισμένος. «Αναζητούμε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ», είπε. «Μου είπαν ότι είσαι εσύ».

Δεν υπήρχε λόγος να το αρνηθεί. «Πράγματι», είπε, «είμαι αυτός που ζητάτε».

Ο Σιλουανός ένευσε. Προσπάθησε να γελάσει, αλλά αυτό απαιτούσε υπερβολική προσπάθεια εκ μέρους του. «Πάρτε τον», είπε στους υπηρέτες του. «Και τους φίλους του».

Ο Ιησούς ορθώθηκε και κοίταξε μέσα στα τρομαγμένα μάτια του Σιλουανού. «Αν θέλετε εμένα», είπε, «δε χρειάζεστε τους υπόλοιπους. Αφήστε τους να φύγουν». 

Ο ιερέας ταλαντεύτηκε. Υποχώρησε. «Βέβαια», είπε. «Εσύ φτάνεις».

Ο Πέτρος και η Μαρία είχαν πλησιάσει και στέκονταν στις δύο πλευρές του. Ο Σιλουανός τους υπέδειξε να απομακρυνθούν και όταν κανείς από τους δύο δεν κινήθηκε, ένας από τους υπηρέτες του τράβηξε το σπαθί. Ο Πέτρος, που μερικές φορές ήταν πολύ ορμητικός, κίνησε να βγάλει το δικό του όπλο. Ο όχλος αντέδρασε, ορισμένοι ζητωκραύγασαν, άλλοι στρίγκλισαν. Κάποιος φώναξε: «καυγάς». Έκαναν πίσω για να δώσουν χώρο και το πρώτο χτύπημα του Πέτρου - όσο παράξενο κι αν ήταν- χτύπησε λοξά τη λεπίδα του υπηρέτη και γλίστρησε στη συνέχεια στον κρόταφό του. Ο υπηρέτης ούρλιαξε και το σπαθί έφυγε πετώντας.

Ο Ιησούς άδραξε τον ώμο του Πέτρου. «Βάλτο στην άκρη», είπε. Ο υπηρέτης είχε γονατίσει, κρατούσε το κεφάλι του, αίμα έτρεχε μέσα από τα δάχτυλά του. Ο Ιησούς έκοψε ένα κομμάτι από το ρούχο του, απομάκρυνε το χέρι και πίεσε το ύφασμα στην πληγή. «Εδώ, Ματθία», είπε. «Κράτα το ύφασμα πάνω στην πληγή μέχρι να μπορέσεις να βρεις βοήθεια».

Ο υπηρέτης τον κοίταξε. «Πώς ήξερες το όνομά μου;»

Αλλά οι φρουροί είχαν ήδη περικυκλώσει τον Ιησού. «Έλα μαζί μας», είπαν.

Η προφορά τους ήταν ελληνική.

Του έδεσαν τους καρπούς στην πλάτη και τον οδήγησαν μαζί τους στον δρόμο από τον οποίο είχαν έρθει. Καθώς κινούνταν, ο όχλος μεγάλωνε σε πλήθος και ένταση. Ορισμένοι προσπάθησαν να τον χτυπήσουν, ενώ περνούσαν. Ακούγονταν οι κραυγές «βλάσφημος» και «ανόσιος».

Τελικά έφτασαν έξω από τον ναό. Για λίγο διαφώνησαν σχετικά με την είσοδο την οποία έπρεπε να χρησιμοποιήσουν. Ο Σιλουανός τους καθοδήγησε και πέρασαν μέσα από μια πλευρική στοά. Τους κατεύθυνε μέσα από μια σειρά από λίθινα περάσματα, έως ότου τελικά έφτασαν μπροστά στον Άννα, τον αρχιερέα.

Ο Άννας ήταν αδύνατος και ταλαιπωρημένος, κουρασμένος να ασχολείται με τα προβλήματα του κόσμου. Με κατώτερους ανθρώπους που δεν αναγνώριζαν την εξουσία και το προνόμιό του. Καθόταν πάνω σε μια εξέδρα σε ένα είδος θρόνου, στριφογυρίζοντας τα μάτια του εξοργισμένος από τα ανθρώπινα σκουπίδια που είχαν έρθει μπροστά του. Πυρσοί έκαιγαν σε κοντινή απόσταση, προσφέροντες έναν περιορισμένο βαθμό θερμότητας. Ο Σιλουανός τού ψιθύρισε κάτι και εκείνος ένευσε. Στη συνέχεια στράφηκε προς τον αιχμάλωτο: «Ποιος είσαι εσύ;», ρώτησε, «που έρχεσαι εδώ και μιλάς ενάντια στον Ύψιστο;»

Ο Ιησούς προσπάθησε να σταθεροποιηθεί όσο καλύτερα μπορούσε. Τον έσπρωχναν συνέχεια και τον σκουντούσαν. Με τα χέρια του ασφαλισμένα πίσω του, ήταν δύσκολο να κρατήσει την ισορροπία του. «Ξέρεις ποιος είμαι», είπε.

«Ναι». Ο Άννας τον έδειξε με το δάχτυλό του. «Και τι έλεγες στους πιστούς συνέχεια;»

Το μέρος μύριζε κλεισούρα, καπνό. Ο Ιησούς θα προτιμούσε τον κρύο νυχτερινό αέρα. «Σίγουρα», είπε, «ξέρεις τι έλεγα. Αλλιώς δεν θα ήμουνα εδώ».  

Κάποιος από τους υπηρέτες ύψωσε ένα ραβδί και κίνησε εναντίον του. Ο Ιησούς έστριψε λίγο για να δεχτεί το χτύπημα στον ώμο του, αλλά έτσι έχασε την ισορροπία του. Το χτύπημα τον πρόλαβε την ώρα που έπεφτε κάτω και προσγειώθηκε άτσαλα πάνω σε ένα πέτρινο σκαλοπάτι. «Μην παίρνεις αυτό το ύφος με τον αρχιερέα», τον προειδοποίησε αυτός που του επιτέθηκε. Σήκωσε το ραβδί για να τον χτυπήσει ξανά, αλλά ο Άννας χαμογέλασε με έναν τρόπο που είχε την εντύπωση ότι ήταν καλοσυνάτος και διέταξε τον επιτιθέμενο να σταματήσει. Τον σήκωσαν και πάλι στα πόδια του. 

«Άσε με να σε ρωτήσω ξανά», είπε ο Άννας. «Ποιος είναι ο σκοπός σου; Γιατί αμφισβητείς τις Γραφές;»

«Με ποιο δικαίωμα», ρώτησε ο Ιησούς, «με ανακρίνεις;»

Αυτή η απάντηση έφερε ένα δεύτερο χτύπημα. Έπεσε και πάλι κάτω και γέλιο ξέσπασε γύρω του. Ακούστηκαν κραυγές και μια φωνή επιτακτική: «Αρκετά». Φρουροί, οδηγούμενοι από έναν αξιωματικό, άνοιξαν δρόμο μέσα από το πλήθος. Ένας από αυτούς σκούντησε τον υπηρέτη μακριά. «Μην τον ξαναχτυπήσεις», είπε ο αξιωματικός.

Ο  Άννας κοίταξε τον αξιωματικό: «Η εξουσία σου τελειώνει σ’ αυτή την πόρτα, κύριε».

Ο αξιωματικός ανέβηκε στην εξέδρα. «Η εξουσία μου εκτείνεται οπουδήποτε οι πολίτες κακοποιούνται».

Έκανε σήμα στους άνδρες του να βοηθήσουν τον Ιησού να σταθεί στα πόδια του. Τον πήραν στην ευθύνη τους.

Ο Ιησούς κοίταξε γύρω του τελώντας σε σύγχυση. Τον βοηθούσαν οι Ρωμαίοι; Αυτό υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να συμβεί.

Τον οδήγησαν μέσα από το πλήθος, έξω από το θάλαμο και τον ναό.

Το φεγγάρι ήταν ακόμα ψηλά στον ουρανό. Του έριξε ένα βλέμμα.

Τι συνέβαινε; Αλλά ήταν εντάξει. Δεν σκόπευε να διαμαρτυρηθεί.

***

Τον απελευθέρωσαν από τα δεσμά του, αλλά τον προειδοποίησαν να μην προσπαθήσει να δραπετεύσει. Μετά τον οδήγησαν μέσα από τους δρόμους. «Πού με πηγαίνετε;», ρώτησε.

«Απλώς περπάτα», είπε ο αξιωματικός.

Έστριψαν προς τις ρωμαϊκές οχυρώσεις. Αυτό σήμαινε ότι πήγαιναν στον Πιλάτο.

Ο έπαρχος κατά κανόνα είχε το στρατηγείο του στο παλάτι του Ηρώδη στην Καισάρεια, ωστόσο συνήθως παρακολουθούσε τους ετήσιους εορτασμούς στην Ιερουσαλήμ.

Η βάση ήταν έρημη. Η νύχτα είχε γίνει κρύα. Ο Ιησούς δεν είδε καν τους φρουρούς που φύλαγαν κανονικά το μέρος.

Τον πήραν μέσα, τον οδήγησαν σε ένα εξωτερικό δωμάτιο, του είπαν να περιμένει, έβαλαν ένα φρουρό και έκλεισαν την πόρτα. Δεν ήταν όμως άβολα. Μια φωτιά έδιωχνε την ψυχρά, ενώ υπήρχε ένας πάγκος για να καθίσει. Ήδη ήταν μια μακρά νύχτα.

Έτριψε τον ώμο του που πονούσε εξαιτίας του χτυπήματος από το ραβδί. Επίσης είχαν μελανιάσει τα πλευρά του, όταν έπεσε. Περιστασιακά άκουγε βήματα να πηγαινοέρχονται από έξω.

Και περίμενε.

***

Τελικά η πόρτα άνοιξε και ο αξιωματικός τού έκανε νόημα να ακολουθήσει. «Ο πρόξενος θα σε δει, κρατούμενε. Πρόσεξε τη συμπεριφορά σου».

Ο πρόξενος; Ήταν ένας βαθμός με τον οποίον ο Ιησούς δεν ήταν εξοικειωμένος.

Τον οδήγησε από ένα μακρύ διάδρομο και πέρασαν αρκετά άδεια δωμάτια. Έστριψαν σε μια γωνία και πέρασαν από μια πόρτα φτάνοντας μπροστά σ’ έναν ψηλό άνδρα με σκούρα μαλλιά, έντονα χαρακτηριστικά και τους τρόπους ενός αριστοκράτη. Το δωμάτιο ήταν επιπλωμένο λιτά και ζεστό από μια φωτιά. Αν και αυστηρό, για τα δεδομένα ενός φρουρίου έδινε την αίσθηση ότι ήταν σχεδόν πολυτελές. Ο μοναδικός του ένοικος κοίταξε για μια στιγμή τον συνοδό και δεν έδωσε καμία σημασία στον Ιησού.

Κάθισε σε μια σκαλιστή ξύλινη καρέκλα. Οι τοίχοι ήταν ξύλινοι, αλλά καλυμμένοι στο μεγαλύτερο μέρος τους με πυκνοϋφασμένες κουρτίνες. Ένα άγαλμα του Απόλλωνα στεκόταν πάνω σ’ ένα τραπέζι στο πλάι.

«Κύριέ μου Δημωνίδη», είπε ο συνοδός, «αυτός είναι ο κρατούμενος».

«Πολύ καλά, λοχαγέ. Σ’ ευχαριστώ».

Λοχαγός; Αυτή ήταν η ελληνική λέξη για τον αρχηγό ενός λόχου. Ο Ιησούς ένιωσε ένα σκίρτημα ελπίδας. Ίσως τελικά να την έβγαζε καθαρή.

Δύο φρουροί εισήλθαν και έλαβαν θέση δεξιά και αριστερά από τον πρόξενο. Ο λοχαγός έκλεισε την πόρτα και στάθηκε ακριβώς πίσω από τον Ιησού.

Ήταν φανερό πως ο Δημωνίδης ήταν ενοχλημένος. Ήταν αργά και είχε καλύτερα πράγματα να κάνει από το να ασχοληθεί με έναν ακόμη από αυτούς τους φανατικά θρησκευόμενους. Αυτό που τον απασχολούσε, όπως είδε ο Ιησούς, ήταν οι τρεις γυναίκες, οι οποίες εκείνη τη στιγμή κατέβαιναν στον ιδιωτικό του χώρο.

Αλλά ο πρόξενος ήταν αυτό που σε κάποιο μακρινό μέλλον θα περιέγραφαν ως προσωπικότητα τύπου Α. Δεν μπορούσε να κλείσει τις εργασίες της μέρας και να αφήσει ένα άχαρο καθήκον για το πρωί. Ειδικά όταν το άχαρο καθήκον μπορεί να περιλάμβανε μια θυμωμένη επίσκεψη από τους ιερείς.

«Έχω ήδη ακούσει τις αρχές», είπε, κοιτώντας ακόμη κάπου απόμακρα. Ο Ιησούς κατάλαβε ότι μιλούσε για τον Άννα και τον Καϊάφα. Θα ήταν δυσαρεστημένοι με τον τρόπο με τον οποίον οι στρατιώτες τον άρπαξαν και τον απομάκρυναν από αυτούς.

«Θα είναι εδώ το πρωί απαιτώντας να επιβάλω την κατάλληλη τιμωρία». Τελικά τα μάτια του στράφηκαν στο κρατούμενο. «Μοιάζεις αρκετά ακίνδυνος», είπε. «Τι έκανες για να αναστατώσεις τόσο πολύ όλο αυτό τον κόσμο;»

Ο Ιησούς χαμογέλασε. Τον συμπάθησε τον Δημωνίδη. «Αμφισβήτησα τις θεολογικές τους απόψεις. Αν μπορώ να ρωτήσω, πού είναι ο Πιλάτος;|»

«Ο Πιλάτος;» Ο Δημωνίδης αντάλλαξε βλέμματα με τον λοχαγό. «Ποιος είναι ο Πιλάτος;»

«Α ναι, βέβαια. Είναι ο άντρας που είναι επικεφαλής».

«Σοβαρά; Δεν γνωρίζουμε κανέναν με αυτό το όνομα».

«Πράγματι», είπε ο Ιησούς. Ένα κύμα ανακούφισης πέρασε από μέσα του. Σε ευχαριστώ, Πατέρα. «Πρέπει να έκανα λάθος».

Ο Δημωνίδης πίεσε τον αντίχειρα στα χείλη του. «Υποψιάζομαι», είπε, «ότι αυτό που πραγματικά έκανες ήταν να αμφισβητήσεις την εξουσία τους».

«Θα μπορούσες να το πεις και έτσι».

«Ναι. Μόλις το είπα». Κοίταξε προς τη μεριά του Απόλλωνα. Ο θεός έστεκε σιωπηλός. Ήταν ένα εντυπωσιακό δείγμα τέχνης. «Είναι πάντοτε ενοχλητικό», είπε, «όταν κάνεις πρέπει να ασχοληθεί με ανθρώπους που παίρνουν τη θρησκεία τους τόσο σοβαρά».

«Υποθέτω ότι είναι», είπε ο Ιησούς.

«Εμφανίστηκες δημόσια, όπως καταλαβαίνω, και είπες σε ένα σωρό κόσμο ότι ο Άννας και ο Καϊάφας δεν ξέρουν τι λένε».

«Έτσι είναι», είπε ο Ιησούς. «Είναι παραπληροφορημένοι».

«Και βέβαια είναι. Αλλά αυτό είναι ελάχιστο σχετικό. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι δεν αναγνωρίζεις τη δική σου σφαλερότητα».

«Χωρίς αμφιβολία».

«Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Τούτη τη νύχτα δεν ασχολούμαστε με θεολογικές λεπτομέρειες. Μιλάμε για τη διατήρηση της ηρεμίας».

Ο Ιησούς ένευσε καταφατικά. «Μπορώ να κάνω μία ερώτηση, πρόξενε;»

«Ναι μπορείς. Αρκεί να μην είναι θεολογικού τύπου».

«Φυσικά. Πόσο καιρό είναι οι Έλληνες στην Ιερουσαλήμ;»

«Για ποιο πράγμα μιλάμε, κρατούμενε;»

«Πόσο καιρό ελέγχετε την περιοχή;»

Συνοφρυώθηκε. Πώς μπορούσε να μην ξέρει ο κρατούμενος; «Περίπου εξήντα χρόνια».

«Εξήντα χρόνια;»

«Πάνω κάτω».

Ο Ιησούς δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα πλατύ χαμόγελο. «Το Άκτιο», είπε.

Ο Δημωνίδης συνοφρυώθηκε και πάλι. «Παρακαλώ;»

«Ο Αντώνιος νίκησε στο Άκτιο, έτσι δεν είναι;»

«Φυσικά». Ο Δημωνίδης φαινόταν προβληματισμένος. «Για ποιο πράγμα μιλάμε;»

«Και οι Έλληνες δεν κάνουν σταυρώσεις».

«Σταυρώσεις; Και βέβαια όχι. Προσπαθούμε να μην εκτελούμε κανέναν».

«Πολύ ωραία. Μια ανθρωπιστική πολιτική».

Ο Δημωνίδης γέλασε. «Χαιρόμαστε που το εγκρίνεις». Το βλέμμα του στράφηκε προς τα μέσα και το ίχνος της ειρωνείας εξαφανίστηκε. «Έχουμε εκτελέσει πιθανόν λιγότερο από 20 ανθρώπους κατά τους τέσσερις τελευταίους αιώνες. Αλλά ένας από αυτούς ήταν ο Σωκράτης».

«Το ξέρω».

«Δεν βοήθησε τη φήμη μας».

Στάθηκαν σιωπηλοί για αρκετά δευτερόλεπτα. Ο Ιησούς άκουσε φωνές στον διάδρομο. Μετά έγινε ησυχία και πάλι εκτός από το τριζοβόλημα της φωτιάς.

«Λοιπόν», είπε ο Δημωνίδης, «δεν μπορώ έτσι απλά να αφήσω ελεύθερο έναν ταραχοποιό. Θα μπορούσα, υποθέτω, να σε βάλω στη φυλακή».

Ο Ιησούς δεν αντέδρασε.

«Δεν θα σου άρεσε. Καλύτερα θα ήταν η εξορία. Να φύγεις από εδώ, ώστε να μη δημιουργείς προβλήματα. Ο τόπος είναι ήδη ένα καζάνι». Έσκυψε μπροστά και έβαλε το χέρι του στο πηγούνι του. «Πώς θα σου φαινόταν τα ορυχεία; Στη βόρεια Θράκη; Ο καιρός είναι αρκετά καλός αυτή την εποχή του χρόνου. Όχι; Λοιπόν, άσε με να δω τι άλλο έχω διαθέσιμο».

***

Η Μαρία τον περίμενε, κρατώντας ένα λυχνάρι. Έπεσε στην αγκαλιά του. «Ήμουν τόσο φοβισμένη», είπε. Όλα αυτά τα πράγματα που έλεγες ότι επρόκειτο να γίνουν. Μας είχες τρομοκρατήσει όλους». Ήταν ζαλισμένη.

«Πες μου», είπε αυτός, «σου προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τώρα κατέχουν την περιοχή Έλληνες;»

«Δεν το είχα προσέξει. Είναι αλήθεια;»

«Αλλά θυμάσαι τους Ρωμαίους;»

«Και βέβαια. Αλλά γιατί το λες με τέτοιο τρόπο; Σαν να έχουν φύγει;»

«Έχουν φύγει».

«Είσαι σοβαρός;»

«Δεν είμαι πάντα;»

«Όχι, κύριέ μου, δεν είσαι».

«Είναι ίσως καλύτερα να το αφήσουμε έτσι». Ο αέρας ήταν δροσερός και γλυκός. «Άφησε τη μνήμη σου ανέπαφη. Ωραία».

Κρατιόταν από πάνω του σαν να φοβόταν μήπως ο όχλος ήρθε και πάλι. «Μην με παρεξηγείς», είπε εκείνη. «Είμαι τόσο χαρούμενη που τα πράγματα εξελίχθηκαν με αυτό τον τρόπο. Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω. Αλλά πώς έγινε να πέσεις τόσο έξω σχετικά με αυτή τη νύχτα; Ήσουν πάντοτε σωστός σε όλες τις άλλες περιπτώσεις».  

Εκείνος χαμογέλασε. «Είναι χρήσιμο να έχεις φίλους σε υψηλές θέσεις».

Τα μάτια της ήταν όμορφα στο φως του λυχναριού. «Λοιπόν τι θα γίνει τώρα;»

«Με εξορίζουν».

«Αυτό είναι καλύτερο σε σχέση με ό,τι περιμέναμε. Πού σε στέλνουν;»

«Στην Αλεξάνδρεια».

«Αίγυπτος;»

«Ναι». Τα χέρια της έγιναν γροθιές μέσα στα δικά του. «Θέλουν να πάω κάπου που να μη με έχουν μες στα πόδια τους. Ώστε να μην μπορώ να κάνω ζημιά».

«Η Αίγυπτος είναι μια χαρά».

«Μαρία, χρειάζονται έναν βιβλιοθηκάριο».

«Εσύ; Να δουλέψεις σε μία βιβλιοθήκη;»

Ίσως να έχω την ευκαιρία να γράψω κάτι.

«Λίγη φιλοσοφία;», ρώτησε εκείνη.

«Ίσως κι αυτό, ναι».

«Κι αυτό; Γιατί τι άλλο;»

«Θα ήθελα να δοκιμάσω να γράψω θέατρο».

«Δεν μπορώ να σε φανταστώ να γράφεις τραγωδία».

«Ούτε εγώ. Σκεφτόμουν μάλλον την κωμωδία. Μου αρέσει η κωμωδία».

Πήρε το λυχνάρι από τα χέρια της. Το κράτησε για να φωτίσει το μονοπάτι και σκέφτηκε πόσο καλύτερα ήταν από έναν σταυρό.


No comments:

Post a Comment