Friday, March 19, 2021

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ (1853-1919), "ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑ"



[Με το ποίημα αυτό σατιρίζεται ο λόγος του τότε πρωθυπουργού, Χαριλάου Τρικούπη, που στον οικονομικό του απολογισμό έβγαλε τον προϋπολογισμό όχι μόνο ισοσκελισμένο αλλά και με περίσσευμα.] 

ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑ

Ω τρισολβία, ευτυχής, ανέλπιστος ημέρα,

της εβδομάδος ταυτησί σημαντική Δευτέρα,

ω εικοστή εβδόμη συ αυτού του Οκτωβρίου,

ημέρα περισσεύματος τοσούτον σωτηρίου,

ημέρ’ αναγεννήσεως, Δευτέρα παρελθούσα,

προς του Βοσπόρου τας ακτάς τους Έλληνας ωθούσα.


Ω τρισολβία, ευτυχής, ανέλπιστος ημέρα,

της εβδομάδος ταυτησί σημαντική Δευτέρα,

στης ιστορίας τας χρυσάς θ’ αναγραφείς σελίδας,

διότι συ αναγεννάς τας τόσας μας ελπίδας,

και συ αργά ή γρήγορα θ’ ανοίξεις νέους δρόμους

εις καπνοφάντας μυστικούς, κλητήρας κι αστυνόμους.


Ουδ’ όταν ο Αρχάγγελος εκείνος του Κυρίου

σαλπίσει την συντέλειαν των αιωνίων νόμων

και μέχρι των εσχατιών παντός ημισφαιρίου,

τοιούτον λυσιγόνατον δεν θα γεννήσει τρόμον,

οποίον το περίσσευμα του νυν Πρωθυπουργού,

περίσσευμα ψηλαφητόν χειρός θαυματουργού.


Ούτ’ εθαμβώθη Νάρκισσος ιδών εντός πηγής

αντικατοπτριζόμενα τα ρόδα της μορφής του,

καθώς ο νυν Πρωθυπουργός της δοξασμένης γης

εμπρός εις το περίσσευμα της αριθμητικής του.

Το βλέπει, το αναμετρά, κι άλλο ζητεί να εύρει,

και πώς το εκατάφερε κι αυτός δεν το ηξεύρει.


Ω ποθητόν περίσσευμα, γλυκύτατον, ωραίον,

καθώς την ράβδον θαυμαστόν του πάλαι Μωυσή,

που μ’ έν της μόνον κτύπημα τα τέκνα των Εβραίων

αβρόχοις διεπέρασαν την Ερυθράν ποσί.

Και νυν προς το περίσσευμα εκτείνωμεν τας χείρας,

υμνούντες τους θαυματουργούς, υμνούντες τους σωτήρας.

Νοέμβριος 1886



Saturday, February 13, 2021

Fredric Brown, Απάντηση (Answer, 1954)

 


Ο Ντγουαρ Εβ τελετουργικά συγκόλλησε την τελική σύνδεση με χρυσό. Τα μάτια μιας ντουζίνας τηλεοπτικών καμερών τον παρακολουθούσαν και το υποαιθερικό δίκτυο μετέφερε σε όλο το σύμπαν μια ντουζίνα εικόνες από αυτό που έκανε.

Ορθώθηκε, έκανε ένα νεύμα στον Ντγουαρ Ρέιν, και στη συνέχεια μετακινήθηκε σε μια θέση δίπλα στον διακόπτη που θα ολοκλήρωνε την επαφή όταν θα τον κινούσε. Τον διακόπτη που θα συνέδεε, ταυτόχρονα, όλες τις τερατώδεις υπολογιστικές μηχανές όλων των κατοικημένων πλανητών στο σύμπαν -ενενήντα έξι δισεκατομμυρίων πλανητών- στο υπερκύκλωμα που θα τις ένωνε όλες σε έναν υπερυπολογιστή, μια κυβερνομηχανή που θα συνδύαζε όλες τις γνώσεις όλων των γαλαξιών.

Ο Ντγουαρ Ρέιν απευθύνθηκε σύντομα στα τρισεκατομμύρια που παρακολουθούσαν και άκουγαν. Στη συνέχεια, μετά από μια στιγμή σιωπής είπε:

«Τώρα, Ντγουαρ Εβ»

Ο Ντγουαρ Εβ κίνησε τον διακόπτη. Έγινε ένα δυνατό βουητό, η εκτίναξη της ενέργειας από ενενήντα έξι δισεκατομμύρια πλανήτες. Φώτα αναβόσβησαν και ησύχασαν σε όλο το εύρος του πίνακα με το μήκος χιλιομέτρων.

Ο Ντγουαρ Εβ οπισθοχώρησε και πήρε μια βαθιά ανάσα:

«Η τιμή να κάνεις την πρώτη ερώτηση είναι δική σου, Ντγουαρ Ρέιν».

«Ευχαριστώ», είπε ο Ντγουαρ Ρέιν. «Θα είναι μια ερώτηση στην οποία καμία κυβερνομηχανή δεν μπόρεσε να απαντήσει από μόνη της».

Στράφηκε προς τη μηχανή:

«Υπάρχει Θεός;»

Η πανίσχυρη φωνή απάντησε χωρίς δισταγμό, χωρίς το κλικ ούτε ενός ρελέ:

«Ναι, τ ώ ρ α υπάρχει Θεός».

Ξαφνικός φόβος έλαμψε στο πρόσωπο του Ντγουαρ Εβ. Πήδηξε για να αρπάξει τον διακόπτη.

Ένας κεραυνός από τον ασυννέφιαστο ουρανό τον έριξε νεκρό και έλιωσε τον διακόπτη.

[Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης]

Monday, January 4, 2021

Χρήστος Χρηστοβασίλης (1862-1937): "Ο Γυναικάντρας" [Περιοδικό Μπουκέτο 75 1925]

 


Στο θεσσαλικό χωριό Βρόστιανη ζούσε μέχρι του 1895 το περιεργότερο λείψανο της Ελληνικής Επαναστάσεως: Μαρία ήτο τ’ όνομά της και είχε γεννηθεί το 1815 στην επαρχία της Καρδίτσης, στον Δήμο Γόμφων από γονείς τσοπάνηδες. Η Μαρία ήτο το 7ον και τελευταίο κορίτσι του πατέρα της, ο οποίος στενοχωριότανε και καταριότανε την τύχη που δεν απέχτησε αρσενικό παιδί «να βόσκει τα πράματα, να κάνει χωράφι, να ρίχνει το λιθάρι κ.λπ.».

Μα ωστόσο η Μαρία μεγάλωνε και γινότανε όμορφη και δυνατή. Ήταν 16 χρονών, όταν μια νύχτα χειμωνιάτικη έπεσε λύκος φοβερός στο κοπάδι του πατέρα της, που ήταν αφημένο έρημο στο μαντρί, γιατί αρσενικό παιδί να το φυλάξει δεν υπήρχε. Πρώτος έμαθε τη συμφορά ο πατέρας της Μαρίας και άρχισε να κλαίει και να καταριέται τη Μοίρα του.

— Αχ, αν είχα ένα αρσενικό, δεν θα τα πάθαινα ταύτα ο έρμος!

Η Μαρία θέλησε να τον παρηγορήσει.    

— Σώπα, πατερούλη μου κι ούλα θα φτιάξουνε... θα δεις...

Γδύνεται τα φουστάνια της η Μαρία, φορεί αντρίκεια ρούχα —μια παλιά φορεσιά τού γέρου της,— βάζει το σελάχι του, τ’ άρματά του, το φέσι του στραβά τσακισμένο, και βγαίνοντας μπροστά στον γέρο, που καθότανε σε μια πέτρα με κατεβασμένο το κεφάλι, του λέει με προσποιητή αντρίκεια φωνή.    

— Μην κλαις, αφέντη μου, τώρα έγινα άντρας! Θα φυλάου τα γίδια και τα πρόβατα, θα κάνου χουράφ’, θα πααίνου στα Τρίκαλα να ψουνίζου, θα φυλάου τ’ αμπέλ’ και θα πιάνου ό,τι αντρίσια δουλειά...

Ύστερα από τα λόγια αυτά, βγήκε να μαζέψει τα σκορπισμένα από τον λύκο γιδοπρόβατα, ενώ ο πατέρας της έτριβε τα μάτια του, μη μπορώντας να πιστέψει πως η Μαρία του γίνεται «αρσενικό παιδί».