Tuesday, July 21, 2020

Damon Knight (1922-2002), Πού ήσουν; ("Shall the dust praise thee?")

Η Ημέρα της Οργής έφτασε. Ο ουρανός ήχησε με σάλπιγγες, αγωνιώ­δεις, που καλούσαν. Παντού οι στεγνοί βράχοι υψώθηκαν στενάζοντας και ξαναέπεσαν σε ερείπια. Τότε ο ουρανός σκίστηκε και μέσα στο θάμβος εμφανίστηκε ένας θρόνος από λευκή φωτιά, μέσα σε ουράνιο τόξο που φλεγόταν πράσινο. Αστραπές αναβόσβησαν πέρα στους ορίζοντες. Γύρω από τον θρόνο αιωρούνταν επτά μεγαλοπρεπείς φιγούρες στα άσπρα, με χρυσαφένιες ζώνες στα στήθη τους. Και η καθεμιά τους κρατούσε στο γι­γάντιο χέρι της μία φιάλη που κάπνιζε και θυμιάτιζε στον ουρανό.

Μέσα από τη λάμψη στον θρόνο βγήκε μια φωνή: «Πάρτε το δρόμο σας και χύστε τις φιάλες της οργής του Θεού πάνω στη γη».

Και ο πρώτος άγγελος εφόρμησε προς τα κάτω και άδειασε τη φιάλη του σαν ένα χείμαρρο σκοταδιού που κάπνιζε πέρα ως πέρα στην απογυ­μνωμένη γη. Και η σιωπή βασίλευε.

Τότε ο δεύτερος άγγελος πέταξε κάτω στη γη κι έτρεχε ορμητικά πέρα-δώθε, χωρίς να αδειάσει τη φιάλη του. Και τελικά γύρισε πίσω στον θρόνο, φωνάζοντας: «Κύριε, η δική μου φιάλη πρέπει να χυθεί πάνω στη θάλασ­σα. Αλλά πού είναι η θάλασσα;» Και πάλι έγινε σιωπή. Γιατί οι ξεροί, σκο­νισμένοι βράχοι της γης απλώνονταν απεριόριστα κάτω από τον ουρανό. Και όπου υπήρχαν οι ωκεανοί, υπήρχαν μόνο αυλακωμένες κοιλότητες στην πέτρα, τόσο στεγνές και άδειες όσο και όλα τα άλλα.

Monday, July 20, 2020

Δήμητρα Κουβάτα, 2 ποιήματα

 

ΣΕ TΑΤΟΥΑΖ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙ

Ένα ρώσικο θα σου πάρω μαντήλι

σαν αυτό που φοράνε οι μπάμπουσκες.

Θα λουλουδιάσουν οι ώμοι σου,

να στολίσεις τα στήθη σου

-συγγνώμη, το στήθος σου θέλω να πω.

Μην κλαις.

Ξέρω πως εκεί όπου συνήθως η καρδιά κατοικεί

τώρα εσύ ζεις μ΄ ένα κοτσύφι.

Και ρόζος σ΄ ερωτευμένη παλάμη

να τον κόψεις, σκλήθρο να το πετάξεις πέρα,

δεν είναι. Μην κλαις.


Όχι, μην πεις με σφαγμένο το στήθος

γοργόνα πώς γίνεται.

Απέναντι κοίταξε -

δικά σου ή δικά τους μωρά αγκαλιά                            

οι γυναίκες κερνώντας

μ΄ όλα σου τα χαρούμενα ονόματα

-σε φωνάζουν. Με τατουάζ τριανταφυλλί                                                                           

αν στολίσεις το στέρνο σου

θα στρέψεις απαλά το δοιάκι.


Μην κλαις, ρε γοργόνα.

 

ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΘΥΜΙΖΕΙΣ

Θα έρθεις

και θα κρεμάσεις στο καρφί

το άσπρο σου πουκάμισο: όπως πάντα.

Στον ύπνο σου θα σε κοιτώ,

όπως γυναίκα μοναχή κοιτάζει απ’ το παράθυρο

απέναντι το Πήλιο.


Θα ξαναγίνεις όπως σ’ ήθελα. Όπως

σε διάλεξα, θα ξαναγίνεις:

Πίνδος

που γάνιασα για να σε περπατήσω.

Από την Πρέβεζα στη Λάρισα,

από τον Παγασητικό στο Μεσολόγγι.

Θα στάζουνε τον ίδρωτα οι λιμνοθάλασσες.

Και γύρω, να στολίζουν το Αιγαίο σου

τα φώτα μου,

φώτα βυθού που ανέσυρα για σένα.


Δε θέλω ως και στον ύπνο σου

το κάθαρμα που είσαι

να θυμίζεις.


Sunday, July 12, 2020

Clark Ashton Smith (1893-1961), Η Υπερβόρεια Μούσα (The Hyperborean Muse)

Είναι τόσο πολύ μακριά το χλω­μό και μοιραίο της πρόσωπο, τόσο από­μακρα τα χιόνια στο θανάσιμο στήθος της, για να μπορέσουν ποτέ να τ’ α­ντικρίσουν τα μάτια μου. Κά­ποτε, ωστόσο, ο ψίθυρός της έρχεται σ’ εμένα, σαν παγερός απόκοσμος άνεμος που ’ναι αχνός, καθώς διέ­σχισε τα χάσματα μεταξύ των κό­σμων και πέταξε πάνω από έσχατους λευκούς ορίζοντες πα­γωμένων ερή­μων. Και μου μιλά σε μια γλώσσα που ποτέ μου δεν άκουσα, αλλά πά­ντοτε ήξερα. Και μου λέει για πράγ­ματα του θανάτου και για πράγ­ματα όμορφα πέρα απ’ τις εκστατικές επι­θυμίες του έρωτα. Ο λόγος της δεν είναι για το καλό ή το κακό, μηδέ για οτιδήποτε επιθυμούν ή συλλαμβά­νουν ή πιστεύουν οι τερμίτες της γης. Κι ο αέρας που ανασαίνει και η γη στην ο­ποία πλανιέται θα μπορούσαν να εκραγούν σαν το υπέρτατο ψύχος του α­στρικού χώρου. Και τα μάτια της θα τύφλωναν την όραση των ανθρώ­πων σαν ήλιοι. Και το φιλί της, αν μπορούσε ποτέ να το εξασφαλίσει κανείς, θα μάραινε και θα φόνευε σαν το φιλί του κεραυνού.

Μα ακούγοντας το μακρινό, σπάνιο ψιθύρισμά της, αντικρίζω ένα όρα­μα αχανών σελαγισμών, σε ηπείρους πλατύτερες απ’ ό,τι ο κόσμος και θά­λασσες πολύ μεγάλες για το εγχείρημα των πλοίων του ανθρώπου. Κι ορι­σμένες φορές εκστομίζω τα παράξενα μαντάτα που φέρνει, αν και κανείς δεν θα τα καλοδέχονταν και κανείς δεν τα θα πίστευε ή θα τα άκουγε. Και κά­ποια αυγή των απελπισμένων χρόνων θα προχωρήσω μπροστά και θα τραβή­ξω για κει που καλεί, για να αναζητήσω τον υψηλό και μακάριο όλεθρο των χιονόλευκων αποστάσεών της, για να χαθώ μεταξύ των αβεβήλωτων οριζό­ντων της.

Μετάφραση από τα αγγλικά: Σταύρος Γκιργκένης.


Ted Chiang, Ο Προβλεπτής (Τίτλος πρωτοτύπου: What’s Expected of Us)

Ted Chiang

[Ο Ted Chiang (1967) είναι πολυβραβευμένος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Κινεζικής καταγωγής και γεννημένος στην Αμερική, είναι συγ­γραφέας σύντομων ιστοριών και λίγο μεγαλύτερων κειμένων. Το άθροισμα όλων όσων έχει γράψει δεν ξεπερνά τα 15 κείμενα. Μ’ αυτήν την ελάχιστη ποσότητα γραπτών έχει κερδίσει πλήθος σημαντικά βραβεία επιστημονικής φαντασίας, ανάμεσά τους τέσσερις φορές το βραβείο Hugo και τέσσερις φο­ρές το βραβείο Nebula, που αποτελούν τα πλέον προβεβλημένα στο χώ­ρο. Έγινε παγκόσμια γνωστός, όταν το 2016 το σύντομο διήγημά του "Story of your life" αποτέλεσε τη βάση για την ατμοσφαιρική ταινία επι­στημονικής φαντασίας The Αrrival με σκηνοθέτη τον Denis Villeneuve. Το βασικό θέμα της ιστορίας που μεταφράζεται εδώ είναι ότι υπάρχει ο­ντολογική έλ­λειψη της ελεύθερης βούλησης, ότι η δυνατότητα επιλογής είναι μια αυταπά­τη, πάνω στην οποία στηρίχτηκε ο πολιτισμός και η ψευ­δαίσθηση της αν­θρώπινης ταυτότητας.]

  

Αποτελεί μια δύσκολη επιλογή...

Αυτό το μήνυμα είναι μια προειδοποίηση. Παρακαλώ διαβάστε το με προσοχή.

Μέχρι τώρα πιθανώς θα έχετε δει έναν Προβλεπτή. Εκατομμύρια από αυτούς θα έχουν πουληθεί κατά τη στιγμή που διαβάζετε αυτά τα λόγια. Για όσους δεν έχουν δει έναν, πρόκειται για μια μικρή συσκευή, σαν το τηλεχει­ριστήριο με το οποίο ανοίγεις την πόρτα του αυτοκινήτου σου. Τα μοναδικά του χαρακτηριστικά  είναι ένα κουμπί κι ένα μεγάλο πράσινο φωτάκι. Το φως ανάβει, αν πατήσεις το κουμπί. Πιο συγκεκριμένα: το φως ανάβει ένα δευτερόλεπτο προτού πατήσεις το κουμπί.

Thursday, July 9, 2020

James Patrick Kelly, Γιατί τα σχολικά λεωφορεία είναι κίτρινα (Why School Buses Are Yellow )

 

Στην αρχή όλοι πήγαιναν στο σχολείο το βράδυ.

Το πρώτο κουδούνι χτυπούσε στις 10 μ.μ. και τα παιδιά έμεναν στην τά­ξη ως τα μεσάνυχτα, όταν όλοι πήγαιναν στην τραπεζαρία για φαγητό. Το φαγητό της καφετέριας δεν φαινόταν στ’ αλήθεια και τόσο κακό κάτω απ’ τα φώτα.

Για ένα διάστημα το σχολείο μας εδώ στην πόλη λειτουργούσε τις νύ­χτες με φακούς και η κυρία Πέρκινς έσβηνε όλα τα φώτα στην καφετέρια και τα παιδιά έτρωγαν υπό το φως των φακών. Ωστόσο αυτό τελείωσε, ό­ταν οι κυρίες που ετοίμαζαν το γεύμα μας διαμαρτυρήθηκαν για το χάος. 

Μετά το γεύμα υπήρχε διάλειμμα, αλλά καθώς κανένας από τους γονείς των παιδιών δεν τους επέτρεπε να παίζουν έξω στη μέση της νύχτας, το διά­λειμμα δεν ήταν και πολύ διασκεδαστικό. Ως επί το πλείστον τα παιδιά κά­θονταν απλώς στην αίθουσα και έπαιζαν χαρτιά ή ζωγράφιζαν στα ση­μειω­ματάριά τους ή μετρούσαν τα πλακάκια στο πάτωμα. Μετά το διά­λειμμα, όλοι επέστρεφαν στην τάξη. Τα λεωφορεία έρχονταν στις τρεις και τριάντα το πρωί. Τα περισσότερα από αυτά ήταν μαύρα, αν και μερικά ή­ταν σκούρα μπλε ή μπορντό με καφέ βούλες. Έπρεπε να κοιτάξεις πραγμα­τικά επίμονα για να τα δεις. Τα παιδιά συνήθως έφταναν στο σπίτι με την ανατολή του η­λίου για ένα ωραίο πρωινό με χάμπουργκερ ή πίτσα ή ίσως κοτομπουκιές.

Tuesday, July 7, 2020

Γιώργος Σαραντάρης: 5 πεζοποιήματα από τα ανέκδοτα


ΣΑΝ ΕΝΑ ΖΟΥΜΕΡΟ ΚΑΡΠΟ...

Σαν ένα ζουμερό καρπό σε γεύτηκα χτες, γυμνή, στο δωμάτιό μου. Σε είχα αποθυμήσει πια, νομίζοντας πως αόρατός μου εχ­θρός παρεμπόδιζε την επαφή μας, προσκαλώντας εσένα σε άλλες γητειές, αφαιρώντας εμένα σε διαφορετικές περιπέτειες. Ήρθες λοιπόν στον απονήρευτο εαυτό μου, άξαφνα, κι έδιωξες πάσαν ομίχλη από μπροστά μου. Αφαίρεσες την πάχνη από το τοπίο που αντίκρυζαν τα μάτια μου. Γύρω μας ξάπλωσες την πιο απί­θανη μοναξιά, σα να εχρειάζετο για ν’ αναπνεύσουμε.

Σε άγγιξα, και ξανάγινα το παιδί που νιώθει την ομορφιά του πρώτου λουλουδιού που ευφραίνοντας το χέρι του ευφραίνει την ψυχή του. Δέχτηκες ν’ απογυμνωθείς από το ψέμα που θάμπω­νε τα μάτια μου, σα να μην έσμιγε πια αυτό το ψέμα τις δυο μας φαντασίες, σα να οπισθοχωρούσαμε μαζί -κι εσύ να ’διδες το σύνθημα- στην ανάμνηση αιώνων για να προφτάσουμε το νεοφερμένο αίσθημα που μας συνέδεε, όταν η αγνότητα θα το στεφάνωνε ακόμα. Γδύθηκες, κι εγώ, που θωρώντας την αποκάλυψη του σώματός σου πρόσεχα τη μοίρα μας γιατί ένιωθα πως άλλο τίποτα πια από τον εγκόσμιον εαυτό σου δε θα μου φανέ­ρωνες, έβλεπα πως η σιωπή έπαιρνε να μας κυκλώσει φρόντιζε να μας φράξει όποια διέξοδο, συλλογιζόμενη την ευτυχία μας.

Ένα ολάκερο απομεσήμερο χαρήκαμε το βίο μας, κι αληθινοί άνθρωποι, στην απερισκεψία της ηδονής, θίξαμε την καλοσύνη του ονείρου, πού ήτανε αυτή η ύπαρξή μας, σπαρταριστή, που πλησίαζε την αφή μας έδιδε μορφή στον καπνό των προσδοκιών μας.

Για να μην κλάψω ξανά και θυμηθώ τη θυσία μας, στους κόρφους σου άφησα όλα τα δάκρυα της ψυχής μου.