Wednesday, November 11, 2020

Ναπολέων Λαπαθιώτης, "Ο προφήτης του καλού και του κακού" (διήγημα)

Ήταν δεν ήταν ακόμα γλυκοχάραμα, όταν ο Λύκαμβος, ακουμπώντας στο χοντρό ραβδί του, πήρε το δρόμο της βουνοπλαγιάς, κι ανέβηκε στην πιο ψηλή κορφή. Δε φορούσε παρά μια λεπτή χλαμύδα, και τα χοντρά, ασκητικά του πέδιλα.

Κι όταν έφτασε στην πιο ψηλή κορφή, κι είδε τον ήλιο ν’ ανεβαίνει απ’ τη θάλασσα, σαν ένα όραμα παραδεισιακό, η ψυχή του γιόμισε λαχτάρα κι ευφροσύνη. Έλυσε τις πόρπες της χλαμύδας του, και υψώνοντας τα χέρια, σα σε δέηση, στάθηκεν ολόγυμνος μπροστά του.

Κι ο ήλιος χάιδεψε τα μπράτσα και τα στήθη του, αγκάλιασε το λυγερό κορμί του, έλουσε τους γοφούς του και τις φτέρνες του με το ζεστό του, το λαμπρό του φως – και πότισε το πιο βαθύ του «είναι», όλο καλοσύνη κι αρμονία...

Και το μυαλό του, ξαφνικά, φωτίστηκε και κείνο, κι έμαθε, μονομιάς, όλα τα πράματα, όσα δε φαίνονται στα μάτια των θνητών, τα μυστικά της ζωής και του θανάτου, και των αιωνίων μισεμών, και των αιώνιων γυρισμών...

Έμειν’ έτσι, όλη την ημέρα, ασάλευτος και μόνος, σα θεός. Κι όταν έφτασε το βράδυ, κι ο ήλιος ξαναμπήκε στο βουνό, πήρε πάλι το ίδιο μονοπάτι, και κατέβηκε ως την πολιτεία. Τα φώτα μόλις ήταν αναμμένα, κι ο κόσμος όλος πλημμύριζε τους δρόμους, και τις μεγάλες κεντρικές πλατείες.

Στάθηκε, τότε, στη μέση μιας πλατείας, και φώναξε στα συναγμένα πλήθη:

«Φέρνω τη Χαρά και τη Σοφία! Φέρνω το φως του Ήλιου στην ψυχή μου! Ανοίχτε τα μάτια να τα δείτε...».

Κι ένα σωρό περίεργοι μαζεύτηκαν τριγύρω του.

Κι εκείνος εξακολουθούσε πάντα:

«Φέρνω τη Γνώση των μεγάλων απορρήτων, όσα δεν φαίνονται στα μάτια των ανθρώπων! Φέρνω τη Γνώση των μεγάλων μυστηρίων, τη Γνώση της ζωής και του θανάτου, και των αιωνίων μισεμών, και των αιωνίων γυρισμών...».

Άρχισαν τότε να τον κοροϊδεύουν:

«Πού την έχεις, και δε μας τη μοιράζεις; Πού βρίσκεται, να πάμε να τη βρούμε;...».

Κι εκείνος έλυσε τις πόρπες της χλαμύδας του, και φάνηκε γυμνός μπροστά στα πλήθη. Και το κορμί του έλαμπε σαν ήλιος – σαν αναμμένη πάλλευκη λαμπάδα...

Κι οι άνθρωποι έμειναν θαμπωμένοι, κι έμπηξαν όλοι τις φωνές, απ’ όλες τις μεριές:

«Είναι δαιμονισμένος, είναι μάγος! Ήρθε σε μας, για να μας ξεπλανέσει! Είναι σταλμένος απ’ το πονηρό...».

Κι άρχισαν να τον πετροβολούνε, και να του λένε τις χειρότερες βρισιές...

Κι εκείνος έφυγε σαν καταδιωγμένος, πήρε τα πιο παράμερα σοκάκια, και βγήκε ματωμένος στους αγρούς. Έπλυνε στο ποτάμι τις πληγές του – όμως, μήτ’ ένα δάκρυ δεν πρόβαλε στα μάτια του... 


Και τον άλλο χρόνο, ίδια μέρα, μόλις ο ήλιος είχε βασιλέψει, ακουμπώντας στο χοντρό ραβδί του, πήρε πάλι τη βουνοπλαγιά, κι ανέβηκε στην ίδια την κορφή. Φορούσε πάλι τη λεπτή λευκή χλαμύδα του, και τα χοντρά, ασκητικά του πέδιλα.

Κι όταν έφτασε στην πιο ψηλή κορφή, κι είδε το φεγγάρι να γέρνει προς τη θάλασσα – ένα φεγγάρι λαμπερό και στρογγυλό, σαν ασημένιο τρυφερό λουλούδι, η ψυχή του γιόμισε χαρά και τρυφεράδα. Έλυσε τις πόρπες της χλαμύδας του, και υψώνοντας τα χέρια του με πάθος, στάθηκεν ολόγυμνος μπροστά του.

Και το φεγγάρι χάιδεψε τα μπράτσα και τα στήθη του, αγκάλιασε το λυγερό κορμί του, έλουσε τους γοφούς του και τις φτέρνες του με το χλωμό, νοσταλγικό του φως – και πότισε το πιο βαθύ του «είναι», όλο καλοσύνη και στοργή...

Κι η καρδιά του, ξαφνικά, φωτίστηκε και κείνη, κι αγάπησε μεμιάς όλα τα πράματα, κι έλιωνε γλυκά σαν το κερί.

Έμειν’ έτσι, μέχρι να χαράξει, ασάλευτος και σαν υπνωτισμένος. Κι όταν πήρε μέρα, και το φεγγάρι χάθηκε στ’ αντικρινό βουνό, πήρε ξανά το ίδιο μονοπάτι, και κατέβηκε ως την πολιτεία. Ο κόσμος, πάλι, πλημμύριζε τους δρόμους, και τις μεγάλες κεντρικές πλατείες.

Στάθηκε, πάλι, στη μέση της πλατείας, και φώναξε στα συναγμένα πλήθη:

«Φέρνω τη Στοργή και την Ελπίδα, την Τρυφεράδα και την Καλοσύνη! Φέρνω το φως του φεγγαριού μες στην ψυχή μου! Ανοίχτε τα μάτια να το δείτε…».

Κι άρχισαν πάλι να μαζεύονται τριγύρω του, και να τον κοιτάνε μ’ απορία.

Κι εκείνος εξακολουθούσε πάντα:

«Φέρνω τη Συμπόνια των ανθρώπων, το μεγάλον Οίκτο των ανθρώπων, και το γιατρικό για τον καημό τους! Φέρνω την Αγάπη των αρρώστων, και την παρηγοριά των λυπημένων! Φέρνω το μυστικό της Ευτυχίας, της Αρμονίας και της Ομορφιάς...».

Κι άρχισαν πάλι να τον κοροϊδεύουν:

«Πού την έχεις, και δε μας τη μοιράζεις; Πού βρίσκεται, να πάμε να τη βρούμε;...».

Κι εκείνος έλυσε τις πόρπες της χλαμύδας του, και φάνηκε γυμνός μπροστά στα πλήθη. Και το κορμί του φάνταζε, γλυκό και τρυφερό, και μοσκοβολούσε σαν τα ρόδα...

Κι έμειναν, και πάλι, θαμπωμένοι, κι έμπηξαν, πάλι, τις φωνές, απ’ όλες τις μεριές:

«Είναι δαιμονισμένος, είναι μάγος! Ήρθε σε μας, για να μας ξεπλανέσει! Είναι σταλμένος απ’ το πονηρό...».

Κι άρχισαν να τον πετροβολάνε, και να του λένε τις χειρότερες βρισιές...

Κι εκείνος έφυγε σαν καταδιωγμένος, πήρε, πάλι, τα παράμερα σοκάκια, και βγήκε ματωμένος στους αγρούς. Έπλυνε, πάλι, στο ποτάμι τις πληγές του – όμως, μήτ’ ένα δάκρυ δεν πρόβαλε στα μάτια του...


Και τον τρίτο χρόνο, πάλι την ίδια μέρα, πήρε ξανά το δρόμο του βουνού. Αλλά δεν έφτασε μέχρι την κορφή. Στα μισά του δρόμου που τραβούσε, βρήκε ν’ ανοίγεται μπροστά μια σκοτεινή σπηλιά – κι ένας καινούριος πειρασμός ακατανίκητος, τον έκανε να θέλει να μπει μέσα. Ένας τέτοιος πειρασμός ακατανίκητος, πρώτη φορά του φλόγιζε την άδολη καρδιά του... 

Και καθώς μπήκε μέσα στη σπηλιά, άκουσε μια μεγάλη μουσική – μια μουσική μυστηριώδη και πρωτάκουστη, να φτάνει ως τ’ αυτιά του, από μέσα. Καρποί χρυσοί κρεμόντουσαν απ’ όλες τις μεριές, και κόβοντας τον πρώτο τον καρπό, ένιωσε ξαφνικά μια τέτοια γλύκα, που παράτησε μεμιάς το σχέδιό του, να σκαρφαλώσει μέχρι την κορφή, κι αποφάσισε να μπει και παραμέσα. Μια γυναίκα, τότε, φάνηκε μπροστά του, με μάτια τόσα τρυφερά και φλογερά, που στάθηκε για λίγο σαστισμένος. Τα μαλλιά της ήτανε σα φίδια, και τα χείλη της βαμμένα πορφυρά. Άπλωσε το μπράτσο της απάνω του, και τον τράβηξε πιο μέσα στη σπηλιά.

Τότε, στα θαμπωμένα του τα μάτια, πρόβαλε μια γη ονειρεμένη – ένας τόπος άγνωστος, γιομάτος γοητεία, που δεν τον είχε φανταστεί ποτέ του πιο μπροστά! Ένα φως, με το χρώμα της φωτιάς, αγκάλιαζε τα δέντρα και τους βράχους, κι έβαφε τα λουλούδια κατακόκκινα, κόκκινα σα μεγάλες στάλες αίμα. Και μια βαριά μοσκοβολιά πλημμύριζε τα πάντα, μεθώντας και γιομίζοντας με πόθους την καρδιά...

Πέντε χρόνια κλείστηκε στη μαγική σπηλιά. Κι έπειτα, κάποιο βράδυ, ξαφνικά, βγήκε κρυφά, και τράβηξε κατά την πολιτεία.

Έφτασε στο βασίλεμα του ήλιου, και προχώρησε στη μέση της πλατείας. Φορούσε, τώρα, μια χρυσή κορώνα, κι ένα χιτώνα πορφυρό, με πούλιες ασημένιες. Και τα πλήθη τον ακολουθούσαν – κι όπως περπατούσε μες τα πλήθη, που τον κοίταζαν γιομάτα θαυμασμό, έμοιαζε σαν ένας βασιλιάς, που σέρνει από πίσω το λαό του...

Κι όταν έφτασε στη μέση της πλατείας, ανέβηκε σε μια ψηλήν εξέδρα, κι άρχισε, πάλι, να μιλεί στα συναγμένα πλήθη:

«Σας φέρνω τη Χαρά και το Χρυσάφι, και τις Εφτά μεγάλες Αμαρτίες! Σας φέρνω την Απόλαψη του Πλούτου, και την ηδονή μες στην Κραιπάλη και την Αγάπη μες στην ηδονή...».

Κι όλοι, τότε, φώναξαν μ’ αληθινή λαχτάρα:

«Πού την έχεις και δε μας τη μοιράζεις; Πού βρίσκεται, να πάμε να τη βρούμε;...».

Κι εκείνος ύψωσε και πάλι τη φωνή του:

«Είναι χρυσάφι το κορμί μου όλο, και δεν υπάρχει τίποτε απάνω μου, που να μην είναι καθαρό χρυσάφι!...».

Κι εκείνοι ξαναφώναξαν με πάθος:

«Δείχ’ το μας! Να το δούμε! να το δούμε!...».

Και σαν είδε τ’ ανοιγμένα τους τα μάτια, και τα ξαναμμένα πρόσωπά τους, κι ένιωσε πως ο πόθος της καρδιάς τους, είχε φουντώσει σα μια πυρκαγιά – έλυσε τις πόρπες της χλαμύδας του, και φάνηκε γυμνός μπροστά στα πλήθη.

Και το κορμί του πρόβαλε κατάμαυρο σαν πίσσα.  μως αυτοί το βλέπανε χρυσό και φωτεινό...

Κι έμπηξαν όλοι, τότε, τις φωνές:

«Αυτός είν’ ο Μεσσίας, ο Μεσσίας! Ήρθε σε μας, για να μας εμποδίσει να πάρουμε το δρόμο το στραβό! Είναι σταλμένος από το Θεό...».

Κι έπεσαν όλοι, και τον προσκυνήσανε, και φίλησαν το χώμα που πατούσε...

Και καθώς ήταν πεσμένοι γύρω του, και φιλούσανε το χώμα που πατούσε, η συνείδηση ξύπνησε πάλι μέσα του: πέταξε χάμου τη χρυσή κορώνα, κομμάτιασε τον πορφυρό χιτώνα, και κατεβαίνοντας ευθύς απ’ την εξέδρα, πήρε τα παράμερα σοκάκια, και βγήκε στους έρημους αγρούς. Κι ένα δάκρυ στάλαξε πικρά στα μάγουλά του. 

Γύρισε τα μάτια του στον ήλιο που βυθούσε – όμως εκείνος τράβηξε το δρόμο του και χάθηκε.

Γύρισε, τότε, να κοιτάξει το φεγγάρι – αλλά, κι αυτό, δεν ήταν πουθενά.


No comments:

Post a Comment