Saturday, August 29, 2020

Homero Aridjis, Άνοιγμα τρωικού ίππου (Gambito de caballo en Troya)



Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traducción: Stavros Girgenis

 

ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΡΩΙΚΟΥ ΙΠΠΟΥ

Στον αιώνα ένας άνθρωπος κι ένας σκύλος που μοιάζει με ίππο χρυσό· δυο στρατιώτες ωσάν λαξεμένοι απ’ τη σκόνη· ένας βασιλιάς κι ένα κράνος, όπου αντανακλάται ο ήλιος· μια ξανθιά βασίλισσα αιχμάλωτη πίσω από τείχος που κυκλώνει απόκρημνα οχυρά. 

Στον αιώνα μια εικόνα ατίθαση, που δεν παίρνει μορφή τελική στη φαντασία του ανθρώπου· ένα αρπακτικό πτηνό, ένας σωρός από πτώματα σωρευμένα που αποσαρκώνονται λάμποντας στον ήλιο· βλαστοί από μαύρο αίμα στον απέραντο θρόμβο σκοτεινού βρύου, στην πέτρα. 

Στον αιώνα ο ανώφελος βασιλιάς, με την ήττα σαν κορώνα στα χέρια του· οι πολεμιστές ανώφελοι με τις λόγχες και τα πόδια καρφωμένα στο έδαφος· η λάμψη μερικών ανθρωποκτόνων σπαθιών· το κόκκινο υγρό που προκαλείται απ’ το άξαφνο σχίσιμο, και ξεδιπλώνεται πάνω στη γη ωσάν τάπητας.

Στον αιώνα ο γαλάζιος ορίζοντας, όπου το χρώμα πετά σαν πουλί φλογερό· τα πλοία που λικνίζονται στα ύδατα· κάποιου ξένου το όνομα που βαθμιαία το λες με συλλαβές στρογγυλές, αλλά σαν ανάσα· ο θάνατος που εγκαθίσταται αυστηρός καλεσμένος κάτω από τις σκηνές, κάτω από ρυτιδωμένα καλύμματα από ξεθωριασμένο πανί· η εικόνα στη φαντασία του ανθρώπου σαν ένα σύννεφο, σαν χάντρα, σαν ένα μάτι μερικές φορές σταθερό, μερικές φορές πολύχρωμο μες στην ομίχλη.

Στον αιώνα τα ευκίνητα πόδια στην άμμο, το μαυρισμένο δέρμα, ο θολός της ασπίδας ο ήχος, το γέλιο που μπορείς να μαντέψεις, το αναμενόμενο βήμα της βασίλισσας, της αιχμάλωτης εκεί μέσα στο φρούριο· το ζωντανό βλέμμα των μακρινών ματιών που αόριστα είναι πιο διαπεραστικά και στέκονται πιο κοντά· η απόγνωση, η πένθιμη όψη όλων αυτών που σε ένα λεπτό διαλύονται. 

Στην αιώνα το σκυλί που σιγά-σιγά γίνεται γκρίζο, σχεδόν σαν ένα σύννεφο, σχεδόν σαν μια κηλίδα ξηρή,  το λευκό στην αφή του φωτός στα αυτιά και τη ράχη του· το αρπακτικό πτηνό, σχεδόν ένας λύκος του αέρα, μια απειλή υπερβολικά γοργή, υπερβολικά φτερωτή· το αρπακτικό πτηνό που πετά πάνω από τον αιχμηρό πύργο και διαγράφει στον αέρα αιχμηρό ένα Λάμδα· η εικόνα στη φαντασία του ανθρώπου· το σύννεφο σαν χάντρα, σαν μάτι, σαν το Λάμδα που το όνειρο κάποιου ονειρεύτηκε στον αέρα.

Στον αιώνα το άλογο που αναπηδά στη στιγμή με ήχους κωφού κουδουνιού, με σπασμένα τα πόδια κι ανοιχτή την κοιλιά και τα νεύρα να συγκρατούνε τα σωθικά του σαν αδύναμο πλέγμα· το άλογο, σε δύσκολη φυγή στη χρυσή άμμο, με τη δύναμη της αγωνίας απέναντι στη λεπίδα του ελέους δυο πολεμιστών που βοηθούν στον θάνατό του μ’ ένα χτύπημα.

Στον αιώνα το σκυλί σαν θεός των κυνών, με γερμένα τα χρυσά του αυτιά σαν θλίψης αιχμές, ευκίνητο μέχρι και στη σκιά του, μέχρι και στην ακινησία του· το σκυλί, με σχεδόν ανθρώπινα μάτια, και δίχως όσφρηση πια για τους νεκρούς.

Στον αιώνα η επιστροφή, τα πλοία που περιμένουν λικνιζόμενα στα ύδατα σαν κύκνοι αγριεμένοι, τιμωρημένοι από μια δυσμενή μοίρα, που τους προσδένει στην ακτή, κι απ’ την αθάνατη νύχτα που κοιτά και συγχέει από μακριά τον ουρανό με τη θάλασσα και τους δρόμους τους.

Στον αιώνα το αναποδογυρισμένο άρμα με τους τροχούς να περιστρέφονται και το θραύσμα του αίματος στο πρόσωπο του ηνίοχου· ο βασιλιάς μεταξύ μας κι η ξανθιά βασίλισσα, η κλεισμένη στον πύργο· οι πολεμιστές οι ντυμένοι το σκότος που αναδύονται μανιασμένοι στο ποτέ πια ξανά αυτής της φονικής στιγμής.

Στον αιώνα το λευκό πείσμα του γέρου που εμψυχώνει δυο στρατιώτες σμιλεμένους απ’ το έσχατο κρύο, όπως ένας νέος που αντιστέκεται σε άνεμο με γυμνά χέρια.

Στον αιώνα η εικόνα στη φαντασία του ανθρώπου· το σύννεφο σαν χάντρα, σαν μάτι, σαν Λάμδα που κάποιος διέγραψε στον αέρα· το άλογο που πέθανε με σπασμένα τα πόδια και την κοιλιά την ανοιγμένη σαν πλέγμα ή παραθύρι· οι πολεμιστές που έμπηξαν τις λεπίδες στην απελπισία του σαν μέσα σ’ ένα θηκάρι, σαν σε μία φαρέτρα.

Στον αιώνα οι πολεμιστές οι κατακρεουργημένοι στο τοπίο απ’ τον άνεμο που ψιθυρίζει εντός τους επιθυμίες για φυγή και απόκρυψη της ανθρωπιάς από τα βήματά τους, από τα μάτια τους κι από όλα αυτά που η εχθρότητα ανακαλύπτει σαν σημείο θνητό· οι πολεμιστές που τρυπούν στήθη και πρόσωπα σχεδόν θηλυκά στον τρόπο αποδοχής του θανάτου. 

Στον αιώνα ο ραψωδός που τραγουδάει στο θεό από σκόνη που σηκώνουν στην πτώση τους οι νεκροί, ο βαρύς ήχος ενός στρατιώτη που πέφτει, το βιολετί χρώμα του σχισμένου στόματος, ο λεπτός λαιμός με το απρόβλεπτο χάσμα, η πλάτη εκείνου που δραπετεύει τραυματισμένος απ’ την οργή ενός θεού, τα μάτια κάποιου που συνεχίζει να κατοικείται από έναν θεό, η νύχτα που κατεβαίνει σαν μια μεγάλη ασπίδα αναγγέλλοντας ανάπαυση.

Στον αιώνα η εικόνα στη φαντασία του ανθρώπου, σχεδόν ήδη ζωντανή σαν παρουσία, σαν μια ανάμνηση· οι απόκρημνοι πύργοι, τα πλοία, η επιστροφή, το Λάμδα που γυρίζει για να χαράξει το αρπακτικό πτηνό, η κοιλιά του αλόγου, οι άνδρες που θα ήθελαν να φύγουν, να κρύψουν τα πρόσωπά τους· η νύχτα που αντικαθιστά το φως με σκοτάδι, η τελική εικόνα στη φαντασία του ανθρώπου.

Στον αιώνα ο χρόνος της άφιξης, η φρίκη, η σφαγή και η καταστροφή, η νύχτα κι ο τρόμος στο ξένο βλέμμα· η κοιλιά του αλόγου που κατοικείται απ’ την οργή ενός θεού· ο δίχως όσφρηση σκύλος που γαβγίζει στα φαντάσματα καθώς αδιάκοπα περνάν απ' το πλάι του· η θλίψη, προφητική και θηλυκή, που ουρλιάζει σαν σκύλος.

GAMBITO DE CABALLO EN TROYA

Ad aeternam un hombre y un perro semejante a un caballo de oro; dos guerreros como esculpidos por el polvo; un rey y un yelmo donde el sol reverbera; una reina blonda cautiva tras un muro que rodea afiladas fortalezas.

Ad aeternam una imagen vagarosa, que no toma forma definida en la imaginación del hombre; un ave de rapiña; un montón de cuerpos hacinados desencarnándose, resplandeciendo al sol; brotes de sangre negra en el vasto coágulo de musgo oscuro, en la piedra.

Ad aeternam el rey inútil, con la derrota como una corona entre las manos; los guerreros inútiles con las lanzas y los pies clavados en el suelo; el brillo de unas cuantas espadas homicidas; el fluido rojo que responde a la súbita escisión, abriéndose sobre la tierra como un tapete.

Ad aeternam el horizonte azul, en el que vuela el color como un ave encendida; las naves meciéndose en el agua; el nombre de algún desconocido dicho gradualmente con sílabas rotundas, pero igual que un soplo; la muerte que acampa como un huésped de rigor bajo las tiendas, bajo arrugadas campanas de paño desteñido; la imagen en la imaginación del hombre como una nube, como un abalorio, como un ojo a veces fijo, a veces policromo entre la bruma.

Ad aeternam los ágiles pies sobre la arena, la piel curtida, el sonido opaco del escudo, la adivinada risa, el paso adivinado de la reina cautiva allá en la fortaleza; la vivida mirada de los ojos lejanos que imprecisos son más agudos y están más próximos; la desolación, la visión funeral de todo aquello que en un minuto se deshace.

Ad aeternam el perro lentamente gris, casi una nube, casi una mancha árida, blanco por el roce de la luz sobre sus orejas y su lomo; el ave de rapiña, casi un lobo del aire, una amenaza demasiado rápida, demasiado alada; el ave de rapiña que vuela sobre la afilada torre y traza en el aire duramente una L; la imagen en la imaginación del hombre; la nube como abalorio, como ojo, como L que el sueño de alguien ha soñado en el aire.

Ad aeternam el caballo que irrumpe en el instante con sonidos de campana sorda, con las patas rotas y el vientre abierto y los nervios sosteniendo los intestinos como blandas rejas; el caballo, en difícil huida sobre la arena de oro, con la fuerza de la agonía contra los filos de la piedad de dos guerreros que asisten a su muerte con un tajo. 

Ad aeternam el perro como un dios canino, con las orejas doradas inclinadas como puntas de consternación, ágil hasta en su sombra, hasta en su inmovilidad; el perro, con ojos casi humanos, y sin olfato ya para los muertos.

Ad aeternam el regreso, las naves que esperan meciéndose en el agua como agresivos cisnes, castigados por un hado adverso que los ata a la orilla, y por la noche inmortal que mira y confunde desde lejos el cielo con el mar y sus caminos.

Ad aeternam el volcado carro con las ruedas girando y la astilla de sangre en la cara del auriga; el rey entre nosotros y la blonda reina cautiva en la torre; los guerreros vestidos de oscuro que emergen a la furia y al nunca más de este tiempo homicida.

Ad aeternam la imagen en la imaginación del hombre; la nube como abalorio, como ojo, como L que alguien trazó en el aire; el caballo que murió con las patas rotas y el vientre abierto como reja o ventana; los guerreros que introdujeron los filos en su desesperación como a una funda, como a una aljaba.

Ad aeternam los guerreros recortados en el paisaje por el aire musitando en su interior deseos de irse, de ocultar lo humano de sus pasos, de sus ojos, y de todo aquello que la adversidad descubre como sitio mortal; los guerreros que ensartan pechos y rostros casi femeninos en su manera de aceptar la muerte.

Ad aeternam el rapsoda que canta al dios de polvo que levantan los muertos al caer, el pesado sonido de un guerrero que cae, el tinte violeta de la boca hendida, el esbelto cuello con un hueco imprevisto, la espalda del que escapa herido por la cólera de un dios, los ojos del que se queda habitado por un dios, la noche que desciende como un gran escudo anunciando reposo.

Ad aeternam la imagen en la imaginación del hombre, casi ya viva como una presencia, como un recuerdo;

Ad aeternam el brío blanco del anciano que arenga a dos guerreros arañados por el último frío, lo mismo que a un joven que resiste un viento de desnudos brazos, las torres afiladas, las naves, el regreso, la L que vuelve a trazar el ave de rapiña; el vientre del caballo, los hombres que quisieran irse, ocultar sus rostros; la noche que reemplaza la luz con tinieblas; la imagen definida en la imaginación del hombre.

Ad aeternam el tiempo por venir, el horror, la matanza y la ruina; la noche y el terror en la pupila ajena; el vientre del caballo habitado por la cólera de un dios; el perro sin olfato ladrando a fantasmas incesantes que pasan a su lado; el dolor vidente y femenino aullando como un perro.

No comments:

Post a Comment