Sunday, August 30, 2020

3ος ορφικός ύμνος: της Νύχτας



Της Νύχτας, θυμίαμα, δαυλούς [1]

Θα τραγουδήσω τη Νύχτα, των θεών και των ανθρώπων γενέτειρα. [2]

[Νύχτα, γένεση των πάντων, που ας την πούμε και Κύπριδα.] [3]

Άκου, μακάρια θεά, με τη σκοτεινή λάμψη, αστροφώτιστη,

που χαίρεσαι με την ησυχία και την γεμάτη ύπνο ηρεμία,

Ευφροσύνη, τερπνή, που αγαπάς τις παννυχίδες, των ονείρων μητέρα, [4] 

που κανείς να ξεχνιούνται οι μέριμνες και φέρνεις αγαθή των κόπων ανάπαυση,

υπνοδότρα, αγαπημένη όλων, που οδηγείς τους ίππους, μαυροφώτιστη, [5]

ημιτελής, χθόνια και ουράνια πάλι η ίδια, [6]

περιοδική, χορεύτρια στην καταδίωξη διαμέσου του αέρα, [7]

που διώχνεις το φως κάτω απ' τη γη και πάλι φεύγεις

στον Άδη, γιατί η δεινή Ανάγκη όλα τα εξουσιάζει. [8]

Τώρα λοιπόν, μακάρια Νύχτα, τρισευτυχισμένη, ποθητή σε όλους,

καλοδεχούμενη, αφού ακούσεις την ικετευτική φωνή των λόγων,

να έρθεις ευμενής και διώχνε τους νυχτοφώτιστους φόβους. [9] 


Νυκτός, θυμίαμα, δαλούς.
Νύκτα θεῶν γενέτειραν ἀείσομαι ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν.
[Νὺξ γένεσις πάντων, ἣν καὶ Κύπριν καλέσωμεν.]
κλῦθι, μάκαιρα θεά, κυαναυγής, ἀστεροφεγγής,
ἡσυχίηι χαίρουσα καὶ ἠρεμίηι πολυύπνωι,
Eὐφροσύνη, τερπνή, φιλοπάννυχε, μῆτερ ὀνείρων,
ληθομέριμν’ ἀγαθήν τε πόνων ἀνάπαυσιν ἔχουσα,
ὑπνοδότειρα, φίλη πάντων, ἐλάσιππε, νυχαυγής,
ἡμιτελής, χθονία ἠδ' οὐρανία πάλιν αὐτή,
ἐγκυκλία, παίκτειρα διώγμασιν ἠεροφοίτοις,
ἣ φάος ἐκπέμπεις ὑπὸ νέρτερα καὶ πάλι φεύγεις
εἰς ᾿Αίδην· δεινὴ γὰρ Ἀνάγκη πάντα κρατύνει.
νῦν δέ, μάκαιρ’ ὦ Νύξ, πολυόλβιε, πᾶσι ποθεινή,
εὐάντητε, κλύουσα λόγων ἱκετηρίδα φωνὴν
ἔλθοις εὐμενέουσα, φόβους δ' ἀπόπεμπε νυχαυγεῖς. 


2ος ορφικός ύμνος: της Προθυραίας

[1]  Ο παρών ύμνος συνοδεύεται από θυμίαμα και από το φως των πυρσών που ταιριάζει ιδιαίτερα στη θεά του σκοταδιού. Στον Όμηρο η Νύχτα δαμάζει τους ανθρώπους και τους θεούς, Ιλιάδα Ξ 259, και είναι μία θεότητα την οποία σέβεται ακόμη και ο ίδιος ο Δίας, Ξ 261. Στη Θεογονία του Ησίοδου (123 κ.εξ.) γεννιέται από το Χάος μαζί με το Έρεβος, με το οποίο γεννά δύο φωτεινά παιδιά, τον Αιθέρα και την Ημέρα. Στη συνέχεια από μόνη της δίνει ζωή σε μία σειρά από όντα που ως επί το πλείστον είναι δυσοίωνα. Στην ορφική παράδοση η Νύχτα είναι αρχαιότατη θεά πολύ μεγάλης σημασίας. Βλ. απ. 65 Kern. Στη λεγόμενη Ευδήμεια θεογονία η Νύχτα τοποθετείται στην αρχή της γενεαλογίας του κόσμου και από αυτήν γεννιούνται ο Ουρανός και η Γη (απ. 18 και 24 Kern). Στη λεγόμενη ραψωδική θεογονία η Νύχτα είναι κόρη του Φάνη, της φωτεινής θεότητας. Από την ένωσή τους στη συνέχεια γεννιούνται ο Ουρανός και η Γη. Ο Φάνης είναι ο πρώτος βασιλιάς του κόσμου και παραδίδει τα σκήπτρα στη Νύχτα. Στα αποσπάσματα 164-166 Kern ο Δίας συμβουλεύεται τη Νύχτα για το τι να κάνει, επειδή το παν είναι ταυτόχρονα ένα και πολλά. Η Νύχτα ως πρωταρχική ύπαρξη συνδυάζεται με τον Τάρταρο στον Μουσαίο (αλλά ίσως προηγείται το Χάος), ενώνεται με τον Αέρα στον Επιμενίδη. Στον Ακουσίλαο στην αρχή ήταν το Χάος που ακολουθείται από το Έρεβος και τη Νύχτα. Ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες (693 κ.εξ.) αφηγείται ότι στην αρχή υπήρχαν το Χάος, η Νύχτα, το Έρεβος και ο Τάρταρος και ότι στην αγκαλιά του Ερέβους η Νύχτα γεννά ένα αυγό από το οποίο αργότερα γεννιέται ο Έρωτας.

Ορισμένοι φιλόλογοι θεώρησαν ως νόθο τον πρώτο στίχο του ύμνου, επειδή ο τύπος ἀείσομαι δεν απαντά σε άλλους ύμνους της συλλογής. Άλλοι όμως θεωρούν αντίθετα ως νόθο τον δεύτερο στίχο, επειδή από το πρώτο ενικό ἀείσομαι περνάμε στο πρώτο πληθυντικό καλέσωμεν, κάτι που επίσης δεν συμβαίνει αλλού στη συλλογή. Η δεύτερη άποψη φαίνεται πιθανότερη, αφού και σε άλλους ύμνους μετά την επίκληση στην θεότητα ακολουθεί η προστακτική κλῡθι. Μία πιο δραστική άποψη θεωρεί ότι και οι δύο πρώτοι στίχοι είναι νόθοι και ότι τους προσέθεσε στο κείμενο κάποιος, ο οποίος είχε υπόψη του τις ορφικές ραψωδίες με το θεογονικό τους περιεχόμενο. Πραγματικά, αν αφαιρέσουμε τους δύο πρώτους στίχους, στον υπόλοιπο ύμνο δεν γίνεται λόγος για τη Νύχτα ως «γενέτειρα θεών και ανθρώπων».

[2]  Εδώ ανακοινώνεται προγραμματικά  η πρόθεση να υμνηθεί η Νύχτα ως γενέτειρα των θεών και των ανθρώπων, έναν ρόλο που στην ελληνική παράδοση έχει συνήθως η Γαία, όπως συμβαίνει και στον ορφικό ύμνο 26,1. Η έκφραση «γενέτειρα των θεών και των ανθρώπων» μπορεί να παραβληθεί με τον μαγικό ύμνο 18,32, όπου αναφέρεται στη Σελήνη, και με τον μαγικό ύμνο 22,1, όπου αναφέρεται στην Αφροδίτη. Η Αφροδίτη αποκαλείται γενέτειρα θεά στον ορφικό ύμνο 55,2. Επομένως δεν είναι τυχαία η αναφορά στην Κύπριδα, επίθετο της Αφροδίτης από τη γέννησή της στην Κύπρο, στον επόμενο στίχο. Το ρήμα ἀείσομαι, που είπαμε ότι εμφανίζεται εδώ ως εξαίρεση στη συλλογή των ορφικών ύμνων, είναι αντίθετα πολύ συνηθισμένο στους ομηρικούς ύμνους, τον Αλκμάνα και αλλού. 

[3] Στην Ιλιάδα Ξ 246 είναι ο Ωκεανός που αποκαλείται γένεσις πάντεσσι και στο Ξ 201 ονομάζεται θεῶν γένεσις. Στον στίχο αυτό η Νύχτα και η Αφροδίτη ταυτίζονται. Στον Ησίοδο, Θεογονία 224, η Φιλότης είναι κόρη της Νύχτας. Η Νύχτα συχνά ταυτίζεται με τη Σελήνη και οι δυο τους με την Αφροδίτη. Στον Παυσανία Ι 40,61 αναφέρεται ότι στην ακρόπολη των Μεγάρων υπήρχε ιερό της Αφροδίτης Επιστροφίας και μαζί ένα μαντείο της Νύχτας. 

[4] Η Ευφροσύνη με την οποία ταυτίζεται εδώ η νύχτα είναι μία από τις Χάριτες, βλ. ύμνος 60,3, Ησίοδος, Θεογονία 909, Πίνδαρος, Ολ. 14,14. Μερικές φορές ονομάζεται και εὐφρόνη, δηλαδή χαρά. Όπως και η Αφροδίτη στον ύμνο 55,2, έτσι και η Νύχτα χαίρεται με τις νυχτερινές διασκεδάσεις (παννυχίδες). Και στον Ησίοδο, Θεογονία 212, η Νύχτα είναι μητέρα των ονείρων. Στον Όνειρο είναι αφιερωμένος ο ύμνος 86.

[5] Οι ουράνιες θεότητες συνήθως εικονίζονται λεκτικά ή εικαστικά να οδηγούν κάποιο άρμα με το οποίο διασχίσουν τον ουρανό, όπως ο Ήλιος, ομηρικός ύμνος 32,9 κ.εξ., και η Σελήνη, ομηρικός ύμνος 31,14 κ.εξ. Το επίθετο νυχαυγής επανέρχεται στον στίχο 14, στο τέλος του κειμένου, καθώς επίσης και στους ύμνους 71,8 και 9,6 (ως διόρθωση). Δεν υπάρχει σε άλλα έργα, αλλά η έννοια γίνεται κατανοητή από τον Αριστοφάνη, Βάτραχοι 1331-2, όπου γίνεται επίκληση στο σκοτάδι της νύχτας με το μαύρο φως (κελαινοφαής). Την ίδια έννοια είχε νωρίτερα και το επίθετο κυαναυγής.

[6] Η Νύχτα αποκαλείται ημιτελής, ανολοκλήρωτη, επειδή δεν καταλαμβάνει τον ουρανό όλο το 24ωρο, αλλά μόνο τη μισή διάρκεια του ημερήσιου χρόνου, όπως φαίνεται και από τον επόμενο στίχο, όπου αποκαλείται ταυτόχρονα ουράνια και χθόνια. Θα μπορούσε ίσως στο δεύτερο συνθετικό τέλος να κρύβεται η έννοια της εξουσίας που έχει η λέξη σε πολλά συμφραζόμενα. Σ’ αυτή την περίπτωση θα υπονοούνταν ότι η Νύχτα μοιράζεται την εξουσία του ουρανού με το φως της μέρας. Μία άλλη ερμηνεία θεωρεί ότι το επίθετο δηλώνει πως οι άνθρωποι βλέπουν μόνο τη μισή φύση της νύχτας, την ουράνια, όχι τη χθόνια, όταν η θεά βρίσκεται κάτω από τη γη. Τέλος, εναλλακτικά το ημιτελής μπορεί να σημαίνει ότι η νύχτα καταλαμβάνει κάθε φορά μόνο το ένα ημισφαίριο του ουρανού, αν υποτεθεί ότι ο ουρανός είναι σφαιρικός. 

[7] Η Νύχτα αποκαλείται ἐγκύκλιος, περιοδική, επειδή εναλλάσσεται σε τακτά χρονικά διαστήματα με το φως της μέρας, όπως φαίνεται και από τον επόμενο στίχο. Ωστόσο, μέσα στην έννοια του επιθέτου πιθανότατα κρύβεται και μία σφαιρική αντίληψη για το σχήμα του ουρανού, όπως είδαμε και στην προηγούμενη σημείωση. Κατά το πέρασμά της μέσα από τον ουρανό η Νύχτα αποκαλείται χορεύτρια (παίκτειρα, ένα άπαξ ευρημένο, αν και το αρσενικό υπάρχει στην Παλατινή ανθολογία 7.422,3). Η περιγραφή αυτού του περάσματος ως χορού δεν είναι ασυνήθιστη, αφού με τον ίδιο τρόπο περιγράφεται και το πέρασμα του Ήλιου στον ύμνο 8,5. Αυτό που καταδιώκει η νύχτα είναι το φως της μέρας, όπως φαίνεται από τον επόμενο στίχο.

[8] Στον ύμνο 78,5 είναι αντίθετα η Αυγή, η οποία στέλνει τη Νύχτα κάτω από τη γη. Η Ανάγκη, η οποία εδώ παρουσιάζεται προσωποποιημένη, αποτελεί θεμελιώδη έννοια στην ελληνική φιλοσοφική και θρησκευτική σκέψη. Όση και αν είναι η δύναμη της Νύχτας και της Ημέρας και των άλλων θεών, η Ανάγκη βρίσκεται πάνω από όλους και καθορίζει τους νόμους του κόσμου. Προσωποποιήσεις της απαντούν για παράδειγμα στον Εμπεδοκλή, τον Παρμενίδη, τον Αισχύλο και σε πολλούς άλλους συγγραφείς. Δεν έχει μία σταθερή γενεαλογία στο ελληνικό πάνθεον, αν και στον Πλάτωνα, Πολιτεία 617c, λογαριάζεται ως αδερφή των Μοιρών. Η Ανάγκη ταυτίζεται με την Αδράστεια και ενώνεται με τον Χρόνο-Ηρακλή στην ορφική θεογονία του Ιερώνυμου και στον Ελλάνικο, απ. 54 Κern. Πβ. απ. 126 και 162 Κern. Η  θεογονία που υπάρχει στα ορφικά Αργοναυτικά ξεκίνα με τη φράση, στ. 12, ἀρχαίου μὲν πρῶτα χάους ἀμέγαρτον ἀνάγκην. Πβ. και τον στίχο 879. Στους ορφικούς ύμνους γίνεται πολλές φορές λόγος για την ανάγκη, αλλά ως προσωποποίηση πρέπει να εννοηθεί μόνο εδώ και στον ύμνο 55, 3. Γενικά οι Έλληνες είχαν την τάση να εξαρτούν την κοσμική και φυσική τάξη από θεότητες που αποτελούσαν προσωποποιημένες πλευρές της Ανάγκης ή της Δικαιοσύνης. Στον Ηράκλειτο είναι οι Ερινύες που επεμβαίνουν όταν ο ήλιος ξεπερνά το όριο που του έχει τεθεί, στον Εμπεδοκλή η Δίκη είναι που κρατά τα κλειδιά της μέρας και της νύχτας.

[9] Επειδή οι ορφικοί ύμνοι αποτελούσαν τελετουργικά κείμενα, η παρουσία της θεότητας θεωρούνταν αναγκαία και επιθυμητή. Γι’ αυτό και συχνά η θεότητα καλείται να προσέλθει κοντά σε αυτούς που την καλούν. Επειδή όμως οι θεότητες δεν ήταν πάντοτε προβλέψιμες, γίνεται παράκληση να προσέλθει στην τελετή με καλή διάθεση. Επιπλέον η Νύχτα καλείται να διώξει τους νυχτερινούς φόβους, δηλαδή αυτούς που προκαλεί η ίδια. Πρόκειται για τη μόνη νύξη σ’ αυτόν τον ύμνο στο δυσοίωνο στοιχείο που μπορεί να κρύβει η Νύχτα. Στους μαγικούς ύμνους το ίδιο ρήμα, ἀποπέμπω, χρησιμοποιείται για την εκδίωξη των δαιμόνων, γεγονός που δείχνει ανάγλυφα τα τελετουργικά συμφραζόμενα, παρόμοια αλλά και διαφορετικά ταυτόχρονα, εντός των οποίων άδονταν και οι ορφικοί και οι μαγικοί ύμνοι. 

[Μετάφραση-σχολιασμός: Σταύρος Γκιργκένης, Αύγουστος 2018. Πηγή σχολίων Gabriella Ricciardelli, Inni Orfici, 2006 (2)] 

No comments:

Post a Comment