Sunday, November 29, 2020
Περιοδικό Νόημα, τόμος 10 - Οκτώβριος 2020. Περιεχόμενα
Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, 3 ποιήματα (από τη συλλογή "500 mg ωκυτοκίνης", Απόπειρα 2020)
ΩΚΥΤΟΚΙΝΗ
Οι άνθρωποι
του δράματος σε δηλητηριώδη
σιρόπια
φράουλα εθίζονται.
500 mg ωκυτοκίνης
για να σκληρύνει η αντοχή
στα καθημερινά
τους θέατρα.
Της απώλειας
την επίγευση
δεν βρίσκουν
ποτέ λυρική.
Ποτέ
βλαβερότερη από τη μοναξιά η θλίψη.
Στην απεξάρτηση
φυλάγονται από
πουλιά πτωματοφάγα,
αυτά που
τρέφονται με τους γλυκείς χυμούς,
όσων τον έρωτα
ακατέργαστα βιώνουν.
Η θεραπεία
ολοκληρώνεται,
κι αυτοί ακόμη
να μάθουν ν’ αγαπιούνται,
να νιώσουν
επιτέλους ασφαλείς,
και
διψασμένα τα
όρνεα
πλησιάζουνε ξανά.
Wednesday, November 18, 2020
Ναπολέων Λαπαθιώτης, Αυτόχειρες (μικρό πεζό)
ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ
Απ' τη στιγμή που πήρε την απόφαση -και την
πήρε, μ’ όλη την καρδιά του, δίχως να λυγίσει, σαν ιππότης- ένιωσε μια τέτοια ανακούφιση,
σα να φυγ' ένα βάρος από πάνω του.
Και πήρε την ανάσα του βαθιά!... Θ'
αυτοκτονούσε, δεν ήταν άλλη λύσις, - αλλά θ’ αυτοκτονούσε σα φιλόσοφος: Θα
'βανε σε τάξη τα χαρτιά του, θα τέλειωνε τις τρέχουσες δουλειές του, θα κανόνιζε
τις άλλες υποθέσεις του, - και θ' άφηνε στους παρακατιανούς μιαν εξαιρετικά καλήν
ανάμνηση. Δεν ήταν άνθρωπος των νευρικών κινήσεων και των σπασμωδικών ενεργειών.
Κ' εξάλλου, δεν υπήρχε καμιά βία...
Κ' έγινε, τότε, μια γαλήνη μέσα του, που
δεν την είχε ξαναδοκιμάσει. Μια ξαφνική κι' αλλόκοτη γαλήνη, σα να 'γινε βαθιά
του κάποιο φως! Όλες εκείνες οι παλιές λαχτάρες που τον δονούσαν, έπεσαν με
μιας, σα να τις άγγιξ' ένα χέρι μαγικό! Κι' όλα, κι’ όλα, γύρω του κ' εντός
του, πήραν μια καινούργια σημασία...
Κι’ αγάπησε με πάθος τη ζωή του, λες και
τη ζούσε πρώτη του φορά: τον ήλιο, τα λουλούδια, τους ανθρώπους, το φως των
άστρων, τις αυγές, τα σύννεφα, -τον κόσμον όλο, τον αγάπησε παράφορα, σα να
'χε τώρα μόλις γεννηθεί! Κι' άρχισε να ζει μ' εμπιστοσύνη, μια ζωή γιομάτη καλοσύνη-
ζητώντας να την αποχαιρετήσει, σε μιαν λεπτή, ατμόσφαιρα χαράς... Κ' έγινε τρυφερός,
πονετικός. Κι’ όσο γινόταν πιο πονετικός, τόσο θαρρούσε πως κι’ η πλάση, γύρω,
γινότανε καλύτερη μαζί του...
Κι’ έζησ' έτσι, δεν ξέρω πόσα χρόνια -έζησε,
μάλλον, όλα του τα χρόνια, πάντα με το σκοπό ν’ αυτοκτονήσει...
------------------------------------------------
Πέθανε μόλις πέρσι, το χειμώνα. Πέθανε
γέρος, από κάποιο κρυολόγημα, που μ’ όλες τις τρεχάλες, τις βεντούζες, τα
γιατρικά και τις περιποιήσεις, του γύρισε σε περιπνευμονία...
Wednesday, November 11, 2020
Ναπολέων Λαπαθιώτης, "Ο προφήτης του καλού και του κακού" (διήγημα)
Ήταν δεν ήταν ακόμα γλυκοχάραμα, όταν ο Λύκαμβος, ακουμπώντας στο χοντρό ραβδί του, πήρε το δρόμο της βουνοπλαγιάς, κι ανέβηκε στην πιο ψηλή κορφή. Δε φορούσε παρά μια λεπτή χλαμύδα, και τα χοντρά, ασκητικά του πέδιλα.
Κι όταν έφτασε στην πιο ψηλή κορφή, κι είδε τον ήλιο ν’ ανεβαίνει απ’ τη θάλασσα, σαν ένα όραμα παραδεισιακό, η ψυχή του γιόμισε λαχτάρα κι ευφροσύνη. Έλυσε τις πόρπες της χλαμύδας του, και υψώνοντας τα χέρια, σα σε δέηση, στάθηκεν ολόγυμνος μπροστά του.
Κι ο ήλιος χάιδεψε τα μπράτσα και τα στήθη του, αγκάλιασε το λυγερό κορμί του, έλουσε τους γοφούς του και τις φτέρνες του με το ζεστό του, το λαμπρό του φως – και πότισε το πιο βαθύ του «είναι», όλο καλοσύνη κι αρμονία...
Και το μυαλό του, ξαφνικά, φωτίστηκε και κείνο, κι έμαθε, μονομιάς, όλα τα πράματα, όσα δε φαίνονται στα μάτια των θνητών, τα μυστικά της ζωής και του θανάτου, και των αιωνίων μισεμών, και των αιώνιων γυρισμών...
Έμειν’ έτσι, όλη την ημέρα, ασάλευτος και μόνος, σα θεός. Κι όταν έφτασε το βράδυ, κι ο ήλιος ξαναμπήκε στο βουνό, πήρε πάλι το ίδιο μονοπάτι, και κατέβηκε ως την πολιτεία. Τα φώτα μόλις ήταν αναμμένα, κι ο κόσμος όλος πλημμύριζε τους δρόμους, και τις μεγάλες κεντρικές πλατείες.
Friday, November 6, 2020
Jorge Luis Borges, Για έναν ελάσσονα ποιητή της ελληνικής ανθολογίας (A un poeta menor de la antología)
A UN POETA MENOR DE LA ANTOLOGIA
que fueron tuyos en la tierra, y tejieron
dicha y dolor y fueron para ti el universo?
los ha perdido; eres una palabra en un índice.
Dieron a otros gloria interminable los dioses,
inscripciones y exergos y monumentos y puntuales historiadores;
de ti sólo sabemos, oscuro amigo,
que oíste al ruiseñor, una tarde.
Entre los asfodelos de la sombra, tu vana sombra
pensará que los dioses han sido avaros.
Pero los días son una red de triviales miserias,
¿y habrá suerte mejor que ser la ceniza
de que está hecho el olvido?
Sobre otros arrojaron los dioses
la inexorable luz de la gloria, que mira las entrañas y enumera las
grietas,
de la gloria, que acaba por ajar la rosa que venera;
contigo fueron más piadosos, hermano.
En el éxtasis de un atardecer que no será una noche,
oyes la voz del ruiseñor de Teócrito.
Monday, October 5, 2020
Álvaro Mutis, Το συμπόσιο του Βαλτάσαρ (El festín de Baltasar)
ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Στη σκιά των ψηλών αιθουσών από καθαρή πέτρα,
το θηρίο του συμποσίου ακόμη μουρμουρίζει την αδιάλειπτη προσευχή του.
Μια αθόρυβη σκόνη συναγμένη απ’ τα χρόνια
βουβαίνει τη μουσική των πικρών χάλκινων
που ανακοίνωσαν τα τελευταία λόγια.
Αναπαύει την αδύναμη ύλη του στη σιλουέτα των θηρίων
Τα σαγόνια του ακόμη μιλούν για το βίαιο μεγαλείο του παρελθόντος,
όταν τα μουλάρια με το σκληρό κρέας κλωτσούσαν ανυπεράσπιστα στις εσωτερικές αυλές
ξύλου με ξύλο, νερού με αιθάλη στις χωματερές του λιμανιού,
αφυπνίζει τα τυφλά έντομα και κυματίζει τους ιστούς της αράχνης
σαν σημαίες στην ομίχλη μιας πρωινής ενέδρας.
Είναι τα βήματά του που παραμένουν, ο θόρυβος των όπλων του,
το τρίξιμο των ευκίνητων οστών του του πολεμιστή,
το πυρετώδες τρεμόπαιγμα των ματιών του,
το ασφαλές του άγγιγμα πάνω στα καθημερινά πράγματα,
αυτή η κίνησή του πάνω στη γη,
Δεν του ήταν αρκετοί οι βίαιοι και αφρώδεις χείμαρροι,
όπου πήγαιναν να πεθάνουν τα ψάρια ενάντια στις λείες πέτρες
Δεν ήταν αρκετά, στη διαταραγμένη πριγκιπική του κατάστασή,
τα σκιερά δάση όπου τα μεταλλικά φύλλα των δέντρων
ψιθύριζαν την προσευχή ενός επικείμενου φθινοπώρου.
Δεν υπήρχε τίποτα για την ανακούφιση της οργής του
σαν βάτος που καίει σε τραχιά διαμάχη.
Ούτε τα συνεχή ταξίδια στο βασίλειο των ήρεμων κυρίαρχων
του οποίου το φύλο εξουσίαζε μια διακεκομμένη και ηλιακή ταλάντωση των γοφών,
ακόμα λιγότερο το προσκύνημά του κατά μήκος των εκτεθειμένων παραλιών,
πλατιών όπως το φύλλο μπανάνας
που δέχονται την επίσκεψη μιας θάλασσας σε ακραίο κρύο.
-Στάχτη αραιωμένη στα λευκά τραπεζομάντιλα της αυγής -
Όταν η κόπωση του έκλεισε όλους τους δρόμους,
προέκυψε η ιδέα του συμποσίου.
Τα ιερά πράγματα συγκέντρωσαν την κόπωσή του
και προετοίμασαν το κρεβάτι της τελευταίας του μέρας.
Εκείνο των σκευών δεν είχε σημασία.
Άλλοι πριν απ’ αυτόν τα είχαν βεβηλώσει
με ακόμα πιο σκοτεινές προθέσεις.
Αυτοί οι ίδιοι, αποκτηνωμένοι από την ενατένιση
του επιφυλακτικού και πανούργου Θεού τους,
είχαν, κατά καιρούς, αμαρτήσει με τα σκεύη,
κυλώντας στο έδαφος τα βαριά κηροπήγια του ναού
και σχίζοντας τα γκρίζα παραπετάσματα του βωμού.
Ούτε η θορυβώδης παρουσία των πορνών
ήταν η αιτία της οργής. Η χώρα του ήταν μια χώρα γυναικών.
Κρύες συχνά και αδέξιες για το γούστο του,
αλλά μερικές φορές ακόλαστες και σκληρές, άπληστες και ακόρεστες
όπως η κοκκινωπή άμμος που ταξιδεύει
και καλύπτει πόλεις και διεισδύει μακριά στη θάλασσα.
Η οργή προήλθε από πιο κρυφά μονοπάτια,
από ακόμη πιο μυστικές πηγές
που απέρρεαν από τη μοναξιά της εξουσίας του,
όπως η πληγή που απελευθερώνει τις οδύνες της
ή όπως οξειδώνεται το μέταλλο των τροπίδων.
Η προσδιορισμένη ημερομηνία πλησίαζε
Μέρες και μέρες αυξανόμενης γαλήνης και περιβόητης σιωπής,
προηγήθηκαν της αβίαστης παρέλασης των εκλεκτών.
Μια μεγάλη θλίψη έγινε στο βασίλειο.
Το χρονικό όριο πλησίαζε και η ηρεμία του μονάρχη
εξαπλώθηκε σαν ένας σκοτεινός μανδύας από ζεστή και ψιλή βροχή
που χτυπά στην ξηρή σκόνη της αναμονής.
Πώς να μιλήσεις γι’ αυτή την περίοδο
Με τι να τη συγκρίνεις στην πορεία της την φαινομενικά τόσο πράα
κι ωστόσο φορτωμένη με τόσο σκληρές και τρομερές εικόνες;
Ίσως με ένα καλώδιο που ξετυλίγεται γρήγορα διαιρώντας την πλήξη.
Ή, καλύτερα, με τον ύπνο των αδάμαστων αλόγων
που σταματά τη νύχτα στη μέση της μανίας του.
Οι σκιές στους τοίχους, ο άψυχος καπνός των πυρσών,
έφυγαν με την άφιξη των επισκεπτών.
Μερικοί ήρθαν μ’ ένα πουλί στον ώμο και όψη νομίσματος.
Άλλοι, γλοιώδεις και με λόγους ιδιαίτερης σύνεσης.
Πολλοί με τη γκρίζα απλότητα του πολεμιστή
και κάποιοι, οι λιγότεροι, κοίταζαν δύσπιστα
γνωρίζοντας με βεβαιότητα αυτό που θα ερχόταν αργότερα,
αφού έφταναν από πολύ μακριά και αυτό τους έκανε οξυδερκείς και σοφούς.
Από την κοκκινωπή λάμψη των όπλων
που ήταν σωρευμένα σε μια γωνιά της κτηρίου, κίνησε η εντολή.
Οι ταπεινοί, οι σκιώδεις υπηρέτες,
κοίταζαν αφηρημένα τη γη,
σαν να έβλεπαν στο παρελθόν της
την ώρα της ηρεμίας ή την καφέ ρίζα του πόνου τους.
Μέσα, όλος ο κόσμος στο πόδι, οι περήφανοι φιλοξενούμενοι,
σηκώνουν τα χέρια τους και διακηρύσσουν την παρουσία τους σε υψηλές φωνές.
Και έτσι ξεκίνησε το μονότονο τρένο του συμποσίου.
Έτσι ξεκίνησε η βαριά φουσκοθαλασσιά των λέξεων και των χειρονομιών
με την κορώνα του τη δίκοπη.
Τα υπόλοιπα είναι ήδη γνωστά.
Είναι μια παλιά ακολουθία τετριμμένης μνήμης.
Μετά τις τρεις λέξεις, όταν το χέρι που τις είχε γράψει
διαλύθηκε στη σκιά της οροφής από κέδρο,
το βασίλειο γνώριζε το τέλος του, την ολοκλήρωση της δόξας του.
Η διευθέτηση της αταξίας έγινε την αυγή,
το άκαμπτο σώμα περίμενε σε επιβλητική διάσταση,
που έψαχναν με τόση προσπάθεια.
Γαλάζια τζάμια της νύχτας, αστέρια σε κίνηση.
Σταθερός τροχός δίχως δόντια με το λείο αποτύπωμα της καταστροφής.
που περνά χωρίς να αγγίζει τις ψηλότερες κορυφές των δέντρων,
Η πράα γη του κατευνασμένου βασιλείου του διατηρεί τα υπολείμματά του,
περιμένοντας την κηδεία της λησμονιάς που προετοιμάζεται στον πυθμένα των ματιών του,
όπως η άφιξη ενός αρχαίου σύννεφου
γεννημένου στη μέση της θάλασσας που λικνίζει τον ήλιο του μεσημεριού.
El
festín de Baltasar
En la sombra de las altas salas de casta piedra,
murmura aún la bestia del banquete su rezo interminable.
Un quieto polvo reunido por los años, apaga la música de los amargos cobres que
anunciaron las últimas palabras.
Descansa su débil materia en el perfil de las bestias detenidas en el amplio
gesto del león que se debate contra las duras lanzas del día, contra las aguas
de la muerte.
Sus fauces dicen aún de la violenta grandeza del pasado,
cuando los mulos de dura carne coceaban indefensos en los patios interiores y
los sirvientes salían
a contemplarlos en los intermedios obligados del festín.
En la vasta oquedad de los aposentos, un ruido seco y extendido
de madera con madera, de agua con hollín en los vertederos del
puerto,
despierta los ciegos insectos y ondea las telarañas
como banderas en la niebla de una emboscada matutina.
Son sus pasos que perduran, el ruido de sus armas,
el crujir de sus ágiles huesos de guerrero,
el parpadeo febril de sus ojos,
su tacto seguro sobre las cosas cotidianas,
ese moverse suyo sobre la tierra, como quien llega para dar una orden y parte
de nuevo.
No le bastaron las violentas y espumosas torrenteras,
a donde iban a morir los peces contra las lisas piedras marcadas con su paso de
cinco hermosos dedos de hábil cazador.
Monday, September 28, 2020
Ελευθερία Σταυράκη, Επιτάφιος
Επιτάφιος
«Εἰ δέ με δεῖ καὶ γυναικείας τι ἀρετῆς
[…] μνησθῆναι […] ὑμῖν μεγάλη ἡ δόξα
καὶ ἧς ἂν ἐπ’ ἐλάχιστον ἀρετῆς πέρι ἢ ψόγου
ἐν τοῖς ἄρσεσι κλέος ᾖ»
Θουκυδίδης
Ήτανε όλες τους καλές και φρόνιμες γυναίκες·
γνώριζαν να υφαίνουν μακρόσυρτες λευκές σιωπές,
υπομένοντας τη βία των ξένων βλεμμάτων.
Ήταν καλές και φρόνιμες,
σήκωναν αγόγγυστα στους λεπτούς τους ώμους
τη μοναξιά την πείνα το σκοτάδι
της συζυγικής τους κλίνης.
Καθημερινά ξορκίζανε τη σκόνη δίχως να διαμαρτύρονται
βαστώντας απ’ το σπιτικό τους μακριά τη θλίψη
για χάρη των αγαπημένων.
Βαθιά μεσάνυχτα κρημνίζονταν στη θύμηση
εκείνων που το ’νιωθαν ανώφελο να επιστρέφουν,
όσων ήθελαν μα δεν μπορούσαν.
Ξημέρωνε το πρωινό γρυλίζοντας στα πόδια τους
σκυλί δεμένο κι έρημο∙
έδεναν τότε τα μαλλιά τους, ένα κουβάρι στάχτη στο μαντήλι·
μαρμάρινοι λαιμοί που χόρταιναν χρυσαφικά,
τα στήθη στολισμένα τη γύρη των ασφόδελων,
το λευκασμένο πρόσωπο τα μάτια τους τα χείλη
παραδίνονταν στο άγγιγμα της Κίρκης,
να παραμένουν ετοιμόγεννες στο νέο αίμα,
να καλοδέχονται τον πόλεμο που τους αρπάζει τα παιδιά αγέννητα.
Καθώς ξεκίναγαν για το αρχαίο κοιμητήρι
φορώντας το λίκνισμα της άμπωτης κατάσαρκα,
ψυχές ευλύγιστες στο δρόμο της σιωπής,
έγερναν με λαχτάρα να σφίξουν τη σκιά
του γιου του άντρα του αδελφού
πελεκημένες από πόνο ή από την ανάγκη·
η μια δίπλα στην άλλη, σαν πληγωμένα βράχια
που τα δέρνει ο βόρειος άνεμος.
Κανείς ποτέ δεν έμαθε το όνομά τους·
πίσω τους ίχνη νεκρά στις πέτρες και το χώμα,
τόσες πέτρες τόσο χώμα, και κανένα δικό τους σημάδι
στον κήπο των επιφανών ανδρών.
Σα να μη ζήσαν τούτοι οι μαρμάρινοι λαιμοί
τα δάχτυλα που κόμπιαζαν στο άγγιγμα
τα βήματα ερωτηματικά,
οι αναπνοές της ομορφιάς τους
πασπαλισμένη πάχνη στα χορτάρια·
εκείνες άφαντες,
θαμμένες στις φυλλωσιές που κρύβουν το φως ακόμη μίας μέρας
τα χάδια τους χαμένα οι αγωνίες δε χτυπάνε
στη σκαπάνη,
μονάχα σαύρες φτερουγίζουν στ’ αναχώματα∙
μία γραμμή περίσσεψε για κείνες,
να μη φανούν, να μην ακουστούν ανάμεσα στους άνδρες
για καλό και για κακό·
πρόθυμες την ακολούθησαν και χάθηκαν,
χωρίς ανάπαυλα ζωής.
Έκτοτε αγνοούνται· ποιος ξέρει,
μπορεί κάποιος θεός να τις λυπήθηκε
και να τις έκρυψε στα κλαδιά των δέντρων
που φλεβίζουνε τον ουρανό,
από κει να ψιθυρίζουν πως έζησαν καλές και φρόνιμες,
σύμφωνα με το νόμο της πόλης και το έθιμο·
μπορεί και σφίγγοντας η μία το λαιμό της άλλης
έκτοτε ν’ ανταμώνουν σαν αυτά τα δύο κυπαρίσσια
που κουβαλούν στην πλάτη τους το ηλιόγερμα.
Χωρίς ποτέ κανείς να μάθει τ’ όνομά τους.
Friday, September 25, 2020
Αφροδίτη Μιχαηλίδου, 2 ποιήματα
Του έρωτα
Όσο απομακρύνεσαι τόσο περισσότερο η ανάσα μου
εξαρτάται από ό,τι υπάρχει γύρω σου
και γίνεται χορός στη μουσική που παίζεις
Σε κάθε νότα που υψώνεται
κάθε κύτταρο φωνάζει με τη δύσπνοια του υποταγμένου
ξοδεύοντας οξυγόνο για λίγες ακόμη στιγμές ανεκπλήρωτης ζωής
Ο αέρας ντύνεται ένα βαθύ πέπλο ασφυξίας
Οι δρόμοι υψώνουν λιθόστρωτα αδιέξοδα
Οι ουρανοί θεμελιώνουν βραχώδεις θόλους
κλονίζοντας τη σάρκα που απομένει άψυχο κορμί
Η βροχή μια τεφρή άρνηση στον κόκκινο ορίζοντα
Ζώσα απονέκρωση
Αμείλικτη ματαίωση του έρωτα
που κατανάλωσε ημιτελής την πνοή της
Wednesday, September 23, 2020
Ευστράτιος Ευ. Σαρρής, 2 ποιήματα
Via combusta
Ζυγός, τοῦ Κρόνου ἡ δύναμις, εἰς πτῶσι ὁ Ἥλιος·
Αἰγόκερως, τοῦ Κρόνου ῥῆγα σου ἡ ἑστία·
πικρὸς αὐθέντης στῆς ψυχῆς σου τὴν πορεία,
τὸ προγενέθλιο κρῖμα, βιὸς βαρὺς κι’ ἀνήλιος.
Ἀπ’ τὰ μικρᾶτα γηρασμένος, κρόνιος, μόνος,
τοῦ Νόμου ἀείποτε τ’ ἄγρυπνο νιώθεις βλέμμα,
κι’ ὁπόταν θέλῃς ὑψωθῆ πέφτει ἄγριο πέλμα,
τὸ πρόσωπό σου καταγῆς βρωμίζει ὁ πόνος.
Ὄξω ἀπ’ τ’ ἀνθρώπου τὰ μελίσσια ξωρισμένος,
ἥσκιοι σοφῶν καὶ ποιητῶν σὲ συντροφεύουν,
τὰ ἡλιόγελα σκορποῦν κι’ οἱ κρῆνες των στερεύουν,
μελανοχίτωνας, κορμὶ ψυχή, ντυμένος.
Κι’ ἀναίτια εὐφραίνεσαι μ’ ἄρματα καὶ φουσσᾶτα,
κι’ ἀπόκρυφοι σὲ θέλγουν λόγοι καὶ μαγεῖες,
φαιοὶ ὀνειρότοποι, τοῦ ἀλλόκοσμου ἱστορίες,
κυλοῦν τὰ βράδια μαῦρα ἐνύπνια γεμᾶτα.
Ψυχρὸς στὸν ἔρω, κροῦστα πάγου στὴν καρδιά σου,
στὸν ἔρω ἀμώνεις, μὲ τὸν ἔρω ἀναθαῤῥεύεις,
μὰ κι’ ἂν μιὰν ἄνασσ’ ἀβασίλευτη γυρεύῃς
«Μενέ, μενέ, θεκέλ, φαρσὶν» στὴν ζυγαριά σου.
Καὶ ψηλαφεῖς τὰ καστροπόρτια τοῦ θανάτου·
ποιοὶ ἀνέμοι τρῶν τὲς ἀδειανὲς πατημασιές σου,
καὶ ἂν λιμνάζῃ ἐντός των θλῖψις κι’ αἷμα σκέψου,
κι’ ἂν σὲ καταλαλῇ θρηνοῦσ’ αὐδὴ στοχάσου.
Πύρινος δρόμος σοῦ ’λαχε στὴν γῆ νὰ ὁρίσῃς
κεῖθε ὅπου μάγοι κι’ ἱεροφάντες, λέν, γεννιῶνται,
κι’ ὅλα μ’ ἀπάλη, δίχως τύχη, καταχτιῶνται·
τὴν κεκαυμένη ὁδὸ σοῦ ’μελλε νὰ βαδίσῃς.
Κι’ εἶδες τὸ σερπετὸ στὸν ἄμμο νὰ φιδίζῃ,
κι’ εἶδες τὸ ἀχνάρι του, δεξιὰ ζερβὰ πῶς πάει,
κι’ ὅμως, στεῤῥό, πάντα σ’ εὐθεῖα προχωράει·
τὸν χρόνο-φίδι μὲς στὸν βιό σου πῶς λυγίζει.
Γίνης χαλύβδινος, ῥωτεύθης τὴν ἰδέα,
σεβάστης κάθ’ ὀρθὸ στοῦ αἰῶνος τὴν συλία,
οἶκο, παράδοσι, πατρίδα καὶ θρησκεία,
λάξευσες πρόσωπο, στοῦ δρεπανιοῦ τὴν θέα.
Ὦ Κρόνε πάτερ, δικαστὴ καὶ θεσμοθέτη,
κρόνιο παιδὶ στὰ κάτεργά σου ταξειδεύω,
τ’ ἄλγη, τὰ δῶρα σου, μὲ λόγο ξαντιμεύω·
ἁγνὸ παιδί, ποὺ ἀκέρηα ἀγάπη καταθέτει.
Tuesday, September 22, 2020
Ρία Φελεκίδου, 2 ποιήματα
ΟΤΙ Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ
Ότι η αγάπη είναι θηλιά
Βρόγχος τα στεγνά μεσημέρια
Που τα δάχτυλα κουράζονται
Να σκάβουν στο δέρμα
Ότι η αγάπη είναι τρόμος
Ανήμερα του Παιδιού
Όταν κάτω απ’ το κρεβάτι
Βόλοι διαβολικοί γελούνε
Ότι η αγάπη είναι θύελλα
Στο δάσος που στοίχειωσαν
Εκδρομείς ανήξεροι
Άνευ δακρύων τη βροχή ατενίζουν
Ότι η αγάπη είναι θρύλος
Ένα ποτάμι από οξύ
Μια λίμνη μανιασμένη
Ένα στόμα αίμα
Ότι η αγάπη είναι ζήτημα
Μια βιοψία τη νύχτα
Ένα λάθος το πρωί
Η συνταγή που χάθηκε
(Απ’ τον φαρμακοτρίφτη σου)
Ωστόσο ο φαρμακοτρίφτης πάντα θα κεντά το λάθος με σπουδαίες κλωστές στο τρυφερό σου δέρμα κι έτσι θα εξαντληθούνε οι ανοιχτές πληγές γλυκά και καθώς πρέπει θα κακοφορμίσουν τα ποιήματα θα συσταλούν οι γυμνές λέξεις τι περιμένεις από τόση επιστήμη να διορθώνει τα ρήγματα της νύχτας σχολαστικά;
Monday, September 21, 2020
Αγγελής Μαριανός, 2 ποιήματα
[Ποιήματα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τίτλο: «ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΑ»]
ΚΑΤΑΙΓΙΣΜΟΣ
Ήρθες αργά το βράδυ
Γαλακτερό νεφέλωμα
Νυκτερινό αποτύπωμα
Αχ γιασεμί στεγνώνεις
Φυτίλι στο μελισσοκέρι
Σημαδεμένο καντηλέρι
μα η θαμπή συγκίνηση
μια ζωγραφιά στη λάμπα
Ήρθες αργά το βράδυ
Σκιά τ’ αποσπερίτη
Μια πινελιά από έρεβος
Άδειος καμβάς παράγωνος
V.
Θέλησε να το στείλει
Με συνοδεία
Την κάθοδο
σκληρών συγκρούσεων
κι ενώ παρέσυρε το εγώ
στην κοινόχρηστη γη
Στη χέρσα γη
των νεκρών αδελφών
Στην ομορφιά
του απαντημένου χθες
Θέλησε να το πράξει
Με την ευθύνη στο σήμερα
Sunday, August 30, 2020
3ος ορφικός ύμνος: της Νύχτας
Της
Νύχτας, θυμίαμα, δαυλούς [1]
Θα τραγουδήσω τη Νύχτα, των θεών και των ανθρώπων γενέτειρα. [2]
[Νύχτα, γένεση των πάντων, που ας την πούμε και Κύπριδα.] [3]
Άκου, μακάρια θεά, με τη σκοτεινή λάμψη,
αστροφώτιστη,
που χαίρεσαι με την ησυχία και την γεμάτη
ύπνο ηρεμία,
Ευφροσύνη, τερπνή, που αγαπάς τις παννυχίδες, των ονείρων μητέρα, [4]
που κανείς να ξεχνιούνται οι μέριμνες και φέρνεις αγαθή των κόπων ανάπαυση,
υπνοδότρα, αγαπημένη όλων, που οδηγείς τους
ίππους, μαυροφώτιστη, [5]
ημιτελής, χθόνια και ουράνια πάλι η ίδια, [6]
περιοδική, χορεύτρια στην καταδίωξη
διαμέσου του αέρα, [7]
που διώχνεις το φως κάτω απ' τη
γη και πάλι φεύγεις
στον Άδη, γιατί η δεινή Ανάγκη όλα
τα εξουσιάζει. [8]
Τώρα λοιπόν, μακάρια Νύχτα, τρισευτυχισμένη,
ποθητή σε όλους,
καλοδεχούμενη, αφού ακούσεις την ικετευτική
φωνή των λόγων,
να έρθεις ευμενής και διώχνε τους νυχτοφώτιστους
φόβους. [9]
Saturday, August 29, 2020
Homero Aridjis, Άνοιγμα τρωικού ίππου (Gambito de caballo en Troya)
ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΡΩΙΚΟΥ ΙΠΠΟΥ
Στον αιώνα ένας άνθρωπος κι ένας σκύλος που μοιάζει με ίππο χρυσό· δυο στρατιώτες ωσάν λαξεμένοι απ’ τη σκόνη· ένας βασιλιάς κι ένα κράνος, όπου αντανακλάται ο ήλιος· μια ξανθιά βασίλισσα αιχμάλωτη πίσω από τείχος που κυκλώνει απόκρημνα οχυρά.
Στον αιώνα μια εικόνα ατίθαση, που δεν παίρνει μορφή τελική στη φαντασία του ανθρώπου· ένα αρπακτικό πτηνό, ένας σωρός από πτώματα σωρευμένα που αποσαρκώνονται λάμποντας στον ήλιο· βλαστοί από μαύρο αίμα στον απέραντο θρόμβο σκοτεινού βρύου, στην πέτρα.
Στον αιώνα ο ανώφελος βασιλιάς, με την ήττα σαν κορώνα στα χέρια του· οι πολεμιστές ανώφελοι με τις λόγχες και τα πόδια καρφωμένα στο έδαφος· η λάμψη μερικών ανθρωποκτόνων σπαθιών· το κόκκινο υγρό που προκαλείται απ’ το άξαφνο σχίσιμο, και ξεδιπλώνεται πάνω στη γη ωσάν τάπητας.
Wednesday, August 26, 2020
Violeta Orozco -4 ποιήματα (poemas)
pensaba que tenía que decir tanto
hice promesas a mi yo futuro,
le dije que aún no era tiempo
de madurar juicios sin fruto
creer en miradas sin árbol.
Y sin embargo
aquello era más cierto
más nítido y exacto.
Ahora, de viejo,
siento que no tengo nada
para dar o saber.
Acaso fui sabia a los cinco años
y lentamente
he desaprendido mi rabia
Tuesday, August 18, 2020
2ος ορφικός ύμνος της Προθυραίας
Monday, August 17, 2020
1ος ορφικός ύμνος στην Εκάτη
Thursday, August 13, 2020
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου -3 ποιήματα
Ρίζες
Περάσαμε όλο το πρωί μετρώντας σύννεφα
ξυπνούσε
η γη κάτω απ' τα πόδια τρομαγμένη
άνυδρη
χρόνια μες στο φως τριβόταν έσπαγε
και
πουθενά νερό να μας παρηγορήσει.
Περάσαμε
όλο το πρωί εδώ στον τόπο μας
αφέντης
ήλιος πυρπολούσε τα λιθάρια
κυλούσε
ο ίδρωτας στα μάγουλα στα χείλη μας
κυλούσε
και σφαλούσαμε τα μάτια.
Δες
όμως ξάφνου πόσο βάρυναν τα πόδια μας
δες πόσο βυθιζόμαστε στο χώμα
την
ώρα που χλωροί βλαστοί πολύκλωνοι
μέσα
απ' τα σπλάχνα μας ανθίζουν και ψηλώνουν.
Tuesday, August 11, 2020
Ζωγραφιά Οτζάκη -3 ποιήματα
Μετά
τη γιορτή
Φοβάμαι
τη φλοκάτη με τις πεταλούδες
μη
μαρτυρήσει τ’ αναφιλητά
που
κρύβουν οι μουσκεμένες ίνες της
και
την ξεχειλωμένη πολυθρόνα
μη
ζωντανέψουν με μιας οι σκιές
που
κοιμούνται στη ράχη της
την
ώρα που το σπίτι γυμνό
δεν
έχει πια τόσο κρασί
να
φιλέψει τ’ ασώματα κρίματα
Friday, August 7, 2020
Fernando de Villena -5 ποιήματα (poemas)